Evia Top: Λιγοστεύουν δραματικά τα χιόνια στην Ελλάδα

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Λιγοστεύουν δραματικά τα χιόνια στην Ελλάδα

Μόνο το 13% της έκτασης της Ελλάδας καλύπτεται από χιόνι αυτή την εποχή, σύμφωνα με τις εικόνες των δορυφόρων. Η χιονοκάλυψη στη χώρα μας τον Ιανουάριο κινείται σε πολύ χαμηλά, αλλά όχι πρωτόγνωρα, επίπεδα. Το 2020 είναι ένα από τα έτη με την μικρότερη χιονοκάλυψη της περιόδου
2005-2020, σύμφωνα με το meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.

Οι προγνώσεις για το υπόλοιπο του μήνα δεν είναι ενθαρρυντικές για αξιόλογες χιονοπτώσεις, εκτός από μερικές κορυφές της Πίνδου.

Σύμφωνα με το meteo του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, οι ποσότητες χιονιού δεν ήσαν αξιόλογες στις περισσότερες περιοχές που δέχθηκαν φρέσκο χιόνι, επομένως τις επόμενες ημέρες αναμένεται και πάλι περιορισμένη χιονοκάλυψη για την εποχή αυτή.

Αντίθετα, πολύ μεγάλα ύψη χιονιού σημειώθηκαν στις χώρες περιμετρικά της Μαύρης Θάλασσας, με το χιόνι να ξεπερνά σε ύψος το ένα μέτρο ακόμη και σε παράκτιες περιοχές.

Σε μελέτη που εκπονήθηκε από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών για λογαριασμό του WWF Ελλάς και υπογράφεται από τους Χρ. Γιαννακόπουλο, Ε. Κωστοπούλου, Κ. Βαρώτσο και Α. Πληθάρα, «επιχειρείται η πρόβλεψη επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στο άμεσο μέλλον (2021-2050) για τον ελλαδικό χώρο.

Μία απο τις κύριες επιπτώσεις είναι η δραματική μείωση των χιονοπτώσεων.

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να είναι πιο σοβαρές εξαιτίας της αλλαγής της εμφάνισης ακραίων κλιματικών φαινομένων, παρά εξαιτίας μιας αλλαγής στο «μέσο» κλίμα, σύμφωνα με την έρευνα.

Αυτό συμβαίνει διότι μια αλλαγή στο μέσο κλίμα μπορεί να επιφέρει μια δυσανάλογα μεγαλύτερη αλλαγή σε ακραία φαινόμενα».

«Κλιματικές προβλέψεις για τη Μεσόγειο εκτιμούν ότι η περιοχή θα γίνει θερμότερη και ξηρότερη με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινόμενων. Οι συνθήκες αυτές συνιστούν απειλή για τις αστικές περιοχές λόγω του αυξημένου κινδύνου πρόκλησης πλημμυρών και επεισοδίων καύσωνα.

Τέτοιες κλιματικές μεταβολές θα έχουν αναπόφευκτες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στη διαθεσιμότητα των υδάτινων πόρων, της διείσδυσης αλμυρού νερού στον υδροφόρο ορίζοντα, της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και του κινδύνου πυρκαγιάς σε περιαστικές δασικές εκτάσεις.

Επίσης διάφοροι κοινωνικο-οικονομικοί τομείς θα επηρεαστούν σημαντικά. Η ανθρώπινη υγεία θα αποτελέσει ένα σημαντικό θέμα προβληματισμού στο πλαίσιο της αλλαγής του κλίματος, σε συνδυασμό με την πρόκληση της αυξανόμενης ζήτησης ενέργειας για ψύξη, καθώς και με τις αλλαγές στην εποχική διακύμανση του τουρισμού.

Η ευπάθεια στην αλλαγή κλίματος είναι μεγαλύτερη για τις αστικές περιοχές που διαθέτουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

● περιορισμένους οικονομικούς πόρους

● ταχεία ανάπτυξη του πληθυσμού

● ελλιπή χωροταξικό και κοινωνικο-οικονομικό σχεδιασμό.

Στο προσεχές μέλλον, δηλαδή την περίοδο 2020-2050, οι κλιματικές συνθήκες εμφανίζονται μεταβαλλόμενες στη συντριπτική πλειονότητα προς το χειρότερο, σε σχέση με την περίοδο αναφοράς 1961-1990.

● Οι αστικές περιοχές θα βιώσουν συχνότερες ημέρες καύσωνα και περισσότερες «τροπικές νύχτες», ενώ σε αρκετές από τις υπό εξέταση πόλεις τα πλημμυρικά φαινόμενα φαίνεται πως θα ενταθούν.

Η ήδη υπάρχουσα δυσφορία των κατοίκων στις πόλεις, λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, του κυκλοφοριακού, του φαινομένου της αστικής νησίδας, της έλλειψης πρασίνου και ελεύθερων χώρων, πρόκειται να μεγαλώσει περαιτέρω, ως αποτέλεσμα της χειροτέρευσης των κλιματικών συνθηκών.

Πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, η Λαμία και η Λάρισα θα υποστούν έως και 20 περισσότερες ημέρες καύσωνα, αλλά και σχεδόν έναν μήνα επιπλέον κάθε χρόνο, όπου η θερμοκρασία τη νύχτα δεν θα πέφτει κάτω από τους 20°C.

Σε Λαμία, Λάρισα, Βόλο, Θεσσαλονίκη και Αθήνα, ενώ το συνολικό ποσό βροχής θα μειωθεί, αναμένεται να αυξηθούν οι ακραίες βροχοπτώσεις (ποσό βροχής που πέφτει σε σύντομο χρονικό διάστημα) κατά 10-20%, δυσκολεύοντας πιθανώς τη ζωή των κατοίκων και αυξάνοντας τον κίνδυνο για πλημμυρικά επεισόδια.

Στις θερμότερες ζεστές συνθήκες που διαμορφώνονται, οι κάτοικοι των πόλεων θα αναγκαστούν να καταφύγουν στην εντονότερη χρήση κλιματιστικού για τον δροσισμό τους, προκαλώντας ενδεχομένως ακόμα ένα «κοινωνικό» πρόβλημα, αυτό του ενδεχόμενου διακοπών ρεύματος και υπερφόρτωσης του δικτύου ηλεκτρισμού.

Αλλά και οι «τροπικές νύχτες» θα αυξηθούν, κυρίως στις νησιωτικές περιοχές, όπως η Ρόδος και τα Χανιά, όπου αναμένουμε έως και 40 περισσότερες νύχτες με θερμοκρασία πάνω από τους 20°C.

Αυτό, σε συνδυασμό με τα αυξημένα επίπεδα υγρασίας κοντά στη θάλασσα, θα αυξήσει τη δυσφορία των τουριστών. Δυσφορία, που μπορεί να γίνει μεγαλύτερη σε περίπτωση εμφάνισης πυρκαγιάς στις υπό εξέταση περιοχές.

Αναμένεται ότι θα αυξηθούν κατά 5 έως 15 οι ημέρες με υψηλό ρίσκο πυρκαγιάς, πράγμα που κάνει ακόμα πιο επιτακτική τη λήψη μέτρων, προκειμένου να αποτραπούν οι πυρκαγιές πριν αποβούν μοιραίες για τα οικοσυστήματα και τον τουρισμό.

Η θαλάσσια αύρα, ευτυχώς, θα παίξει κατευναστικό ρόλο στις μεγάλες θερμοκρασίες στις νησιωτικές περιοχές και έτσι δεν αναμένεται να μεταβληθούν κατά πολύ οι ημέρες με αυξημένες ανάγκες για ψύξη, χωρίς όμως να θεωρούνται αμελητέες οι αλλαγές (από 5 έως 15 περισσότερες ημέρες).