Evia Top: Πρωτομαγιά 1893: Ο πρώτος εορτασμός στην Ελλάδα πριν από 128 χρόνια -

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Σάββατο, 1 Μαΐου 2021

Πρωτομαγιά 1893: Ο πρώτος εορτασμός στην Ελλάδα πριν από 128 χρόνια -


Ήταν πριν από 128 χρόνια όταν τιμήθηκε για πρώτη φορά η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα. Από τότε έχει συνδεθεί με την ιστορία της χώρας και με τους αγώνες της, όχι μόνο για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων αλλά και της ίδιας της ελευθερίας και της αποτίναξης του ξένου ζυγού.

Εκείνος ο πρώτος εορτασμός πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1893 με πρωτοβουλία του Σταύρου Καλλέργη, επικεφαλής του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου.

Ανάμεσα στα αιτήματα των διαδηλωτών ήταν η καθιέρωση του 8ωρου, αλλά και της Κυριακής σε μέρα αργίας, καθώς και η απονομή σύνταξης στα θύματα των εργατικών ατυχημάτων.

Ακόμη και εκείνος ο πρώτος εορτασμός ήταν επεισοδιακός.

Ο Καλλέργης επέδωσε ψήφισμα στη Βουλή, αλλά η κωλυσιεργία του προέδρου του Σώματος να το αναγνώσει προκάλεσε την έντονη διαμαρτυρία του με αποτέλεσμα, αφού οι στρατιώτες της φρουράς τον χτύπησαν με τα κοντάκια τους, να συλληφθεί για διατάραξη της συνεδρίασης και να φυλακιστεί για δέκα μέρες στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα.

Η Εργατική Πρωτομαγιά γιορτάστηκε σχεδόν κάθε χρόνο τα χρόνια που ακολούθησαν.

Το 1936 «πνίγηκε» στο αίμα, όταν στις κινητοποιήσεις των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη έχασαν τη ζωή τους δώδεκα άνθρωποι από την επέμβαση των δυνάμεων της τάξης. Ο θρήνος μιας μητέρας για τον νεκρό της γιο, τον 25χρονο Τάσο Τούση, στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας, ενέπνευσε τον Γιάννη Ρίτσο για τη συγγραφή του ποιητικού του έργου «Ο Επιτάφιος».

Οκτώ χρόνια αργότερα, η Πρωτομαγιά θα συνδεόταν με ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας. Στις 27 Απριλίου του 1944 αντάρτες της ΕΛΑΣ θα στήσουν ενέδρα στον δρόμο Μολάων - Σπάρτης, στη Λακωνία, και θα σκοτώσουν τον γερμανό στρατιωτικό διοικητή της Πελοποννήσου, στρατηγό Φραντς Κρεχ, και τρεις άνδρες της συνοδείας του.

Σε αντίποινα, οι ναζί αποφάσισαν «την εκτέλεση 200 κομουνιστών, καθώς και την εκτέλεση όλων των ανδρών που θα συλλαμβάνονται μεταξύ Μολάων και Σπάρτης».

Παρά τις προσπάθειες των ανταρτών, αλλά και του αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού, οι 200 θα εκτελεστούν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την 1η Μαΐου του 1944, ενώ οι εκτελεσθέντες στη Λακωνία ξεπέρασαν τους εκατό.

Στα ταραγμένα μεταπολεμικά χρόνια η πρώτη ανοικτή συγκέντρωση θα πραγματοποιηθεί στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα οι πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις πραγματοποιούνται κυρίως σε κλειστούς χώρους λόγω των περιορισμών που επιβάλλονται στις δημόσιες συναθροίσεις.

Την Πρωτομαγιά του 1967 δεν πραγματοποιείται καμία εκδήλωση καθώς λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 21 Απριλίου, έχει επιβληθεί η χούντα των συνταγματαρχών.

Από το επόμενο έτος, το δικτατορικό καθεστώς καθιερώνει την Πρωτομαγιά ως αργία.

Η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση της Μεταπολίτευσης, το 1975, πραγματοποιείται στην πλατεία Κοτζιά και χαρακτηρίζεται από μαζικότητα. Από τον επόμενο χρόνο η συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς θα φιλοξενείται στο Πεδίο του Άρεως μπροστά από το κτίριο της ΓΣΕΕ.

Η Ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944

Την Πρωτομαγιά του 1944, οι Γερμανοί κατακτητές εκτέλεσαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 Έλληνες πατριώτες, σε αντίποινα για τη δολοφονία ενός Γερμανού υποστρατήγου στη Λακωνία από άνδρες του ΕΛΑΣ.

Την άνοιξη του 1944, η κατάσταση ήταν τεταμένη και ιδιαίτερα πολωμένη στην κατεχόμενη Ελλάδα. ΕΑΜ και αστικές δυνάμεις, που γνώριζαν ότι οι ημέρες των Γερμανών ήταν μετρημένες, προετοιμάζονταν για την επόμενη ημέρα και την τελική αναμέτρηση. Μερίδα ιστορικών αποφαίνεται ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος είχε ήδη αρχίσει. Από την πλευρά τους, οι Γερμανοί και οι εγχώριοι συνεργάτες τους είχαν επιδοθεί σ’ ένα όργιο τρομοκρατίας εναντίον των δυνάμεων του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ, που σήκωναν το κύριο βάρος της Εθνικής Αντίστασης.

Στις 27 Απριλίου 1944, άνδρες του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Σταθάκη έστησαν ενέδρα σε γερμανική αυτοκινητοπομπή που κινούνταν μεταξύ Μολάων και Σπάρτης και σκότωσαν τον γερμανό υποστράτηγο Φραντς Κρεχ, διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών και τρεις άνδρες της συνοδείας του. Από την επίθεση τραυματίστηκαν ακόμη πέντε γερμανοί στρατιωτικοί, όπως αναφέρει το sansimera.gr.

Κατά την προσφιλή τους τακτική, οι Γερμανοί αποφάσισαν να προβούν σε αντίποινα, εκτελώντας πολλαπλάσιο αριθμό αμάχων. Παράλληλα, θέλησαν να δώσουν κι ένα σκληρό μάθημα στους έλληνες κομμουνιστές για τη δράση τους στις γειτονιές της Αθήνας. Έτσι, στις 30 Απριλίου δημοσιεύτηκε στον κατοχικό Τύπο η παρακάτω διαταγή:

Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτας. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.

2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα Γερμανικά

Στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.

Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.

Ο Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος

Να σημειώσουμε εδώ ότι «Έλληνες εθελονταί» της ανακοίνωσης ήταν άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, με επικεφαλής τον αξιωματικό του Στρατού Διονύσιο Παπαδόγγονα, στενό φίλο του Κρεχ.

Οι 200 προς εκτέλεση κομμουνιστές της γερμανικής ανακοίνωσης κρατούνταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι 170 προέρχονταν από τις φυλακές της Ακροναυπλίας και ανήκαν στο σκληρό πυρήνα των στελεχών του ΚΚΕ, ενώ οι υπόλοιποι 30 από την Ανάφη, όπου είχαν αρχικά εξοριστεί. Η αναγγελία της μαζικής εκτέλεσης προκάλεσε κάποια χλιαρά διαβήματα από την κατοχική κυβέρνηση Ράλλη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στη ζοφερή ατμόσφαιρα της εποχής εκείνης δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να πάρουν ένα σκληρό μάθημα.

Το πρωί της Πρωτομαγιάς, μετά το προσκλητήριο άρχισε η εκφώνηση του καταλόγου των μελλοθανάτων. Ανάμεσά τους και ο διερμηνέας του στρατοπέδου Ναπολέων Σουκατζίδης, ιδιαίτερα αγαπητός στους κρατουμένους για τις διευκολύνσεις που τους παρείχε. Στο άκουσμα του ονόματός του όλοι πάγωσαν. Ο διοικητής του στρατοπέδου Καρλ Φίσερ προσφέρθηκε να τον αντικαταστήσει με άλλο κρατούμενο, επειδή είχε ανάγκη τις υπηρεσίες του. Ο 35χρονος διερμηνέας αρνήθηκε, προτιμώντας τον παλικαρίσιο θάνατο από την ευτελή συναλλαγή.

Οι 200 μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν με καμιόνια στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Πολλοί από αυτούς είχαν προετοιμάσει σημειώματα που πέταγαν στους δρόμους όπου περνούσαν. Οι διαβάτες διέσωσαν πολλά από αυτά τα μικροσκοπικά μηνύματα και τα παρέδωσαν στους οικείους τους ή στις οργανώσεις της Αντίστασης.

Στο τόπο της θυσίας οδηγούνταν ανά εικοσάδες. Γύρω στις 10 το πρωί τα οπλοπολυβόλα άρχισαν το μακάβριο έργο τους. Η επόμενη εικοσάδα αναλάμβανε να φορτώσει τα άψυχα σώματα σε απορριμματοφόρα που περίμεναν εκεί, προτού πάρει τη θέση της μπροστά στα οπλοπολυβόλα. Στις 12 το μεσημέρι όλα είχαν τελειώσει. Τους νεκρούς της τελευταίας εικοσάδας ανέλαβαν να μεταφέρουν στα απορριμματοφόρα «γερμανοτσολιάδες» των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Την επόμενη μέρα, ο λαός της Καισαριανής αψήφησε την τρομοκρατία των κατακτητών και μετονόμασε το δρόμο που κύλησε το αίμα, την οδό Σκοπευτηρίου, σε «Οδό Ηρώων». Στους τοίχους γράφεται το σύνθημα: «Αυτός ο δρόμος είναι Δρόμος Ηρώων. Τον διαβαίνουν οι λεβέντες του έθνους. Χτες 1 του Μάη τον διάβηκαν 200 παλικάρια».



News247.gr / Cnn.gr