Evia Top: Πώς θα διασωθούν οι σημερινές επικουρικές μετά το 2030

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2021

Πώς θα διασωθούν οι σημερινές επικουρικές μετά το 2030


Σε περιπέτειες μπαίνει το σημερινό ταμείο επικουρικής ασφάλισης, το οποίο αναμένεται να ξεκινήσει ένα γαϊτανάκι ρευστοποιήσεων των περιουσιακών του στοιχείων προκειμένου να καλύπτει τα ελλείμματα για να αποφευχθεί η μείωση των σημερινών επικουρικών συντάξεων.

Το επικουρικό ταμείο, αρχής γενομένης από τους επόμενους μήνες, προβλέπεται να καταγράφει κάθε μήνα έλλειμμα ύψους 50 εκατ. ευρώ και, σύμφωνα με πληροφορίες, θα ζητήσει τη ρευστοποίηση μεριδίων από την περιουσία που διαθέτει στο κοινό κεφάλαιο των ασφαλιστικών οργανισμών, το οποίο διαχειρίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να πληρώσει τις συντάξεις. Το πρώην ΕΤΕΑΕΠ, που έχει ενταχθεί πλέον στον e-ΕΦΚΑ, έχει στο χαρτοφυλάκιό του άμεσα διαθέσιμα 1,3 δισ. στην ΤτΕ, ενώ η συνολική του περιουσία, κινητή και ακίνητη, ανέρχεται σε 3,1 δισ. ευρώ

Το καμπανάκι του κινδύνου για τις σημερινές επικουρικές συντάξεις έκρουσε και η Εθνική Αναλογιστική Αρχή στη μελέτη της που συνοδεύει το προωθούμενο νομοσχέδιο με επίκεντρο το νέο επικουρικό ταμείο, το οποίο τέθηκε σε διαβούλευση έως τις 13 Ιουλίου.

Οπως τονίζει η μελέτη, για να διατηρηθούν οι συντάξεις των σημερινών δικαιούχων επικούρησης στο τρέχον επίπεδο του διανεμητικού συστήματος και να μην υποστούν οι ασφαλισμένοι που θα παραμείνουν σε αυτό τις συνέπειες της μετάβασης από το διανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα θα έπρεπε να συνεχίσουν να εισέρχονται στο ισχύον σύστημα νέοι ασφαλισμένοι, κάτι που θα σταματήσει να συμβαίνει το 2022. Η απώλεια πόρων αναμένεται να οδηγήσει σε ελλείμματα που θα καλυφθούν από τα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου, όπως προβλέπει ο νόμος. Δηλαδή θα εφαρμοστεί αυτόματα ο μηχανισμός εξισορρόπησης, ο οποίος παλαιότερα επί μνημονίων ονομαζόταν ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, που προβλέπει την κάλυψη τυχόν ελλειμμάτων από την περιουσία προκειμένου να μη μειωθούν οι συντάξεις.

Τα αποθεματικά, ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, θα εξανεμιστούν σε 4-5 χρόνια αν συνεχιστεί το γαϊτανάκι των ρευστοποιήσεων. Και η αιμορραγία δεν σταματάει εδώ. Παράλληλα, όπως τονίζει η αναλογιστική αρχή, θα χρειαστεί επιπλέον χρηματοδότηση από τον Προϋπολογισμό -από το 2030 και μετά- η οποία θα αυξάνεται σταδιακά κατά την περίοδο προβολής. Το 2055 θα ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 1% του ΑΕΠ και παραμένει τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο και στα επόμενα έτη ως το 2070.

Οι μελλοντικές συντάξεις και το αγκάθι του κόστους μετάβασης
Το σημερινό σύστημα μπορεί να χρειάζεται στήριξη για να μην καταρρεύσει, αλλά το νέο, που θα ονομαστεί Ταμείο Επικούρησης Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ), δημιουργεί προσδοκίες για υψηλότερες επικουρικές συντάξεις.

Στο νέο Ταμείο θα ενταχθούν από την 1/1/2022 οι πρωτοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Σε δεύτερη φάση, το 2023, μπορούν να υπάγονται, εφόσον το επιθυμούν, όσοι θα είναι κάτω των 35 ετών, έχουν υποχρεωτική ασφάλιση και συμμετέχουν ήδη στο τρέχον σύστημα επικουρικής σύνταξης.

Επιπλέον, μπορούν να υπάγονται από 1/1/2023 όσοι δεν έχουν υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση και είναι κάτω των 35 ετών το 2023, καθώς και νεοεισερχόμενοι αυτής της κατηγορίας από το 2023 και στο εξής, εφόσον το επιθυμούν (π.χ. λογιστές, οικονομολόγοι και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες).

Ενα από τα βασικά κλειδιά που θα κρίνουν την πορεία του νέου Ταμείου είναι πόσοι θα ενταχθούν εθελοντικά στο νέο σύστημα. Ο αριθμός των νέων ασφαλισμένων θα επηρεάσει καθοριστικά το λεγόμενο κόστος μετάβασης, που αποτελεί το βασικότερο αγκάθι της επικείμενης μεταρρύθμισης. Η αλλαγή από το ένα σύστημα στο άλλο, που απαιτεί ένα βάθος δεκάδων ετών, θα δημιουργεί σταδιακά ολοένα μεγαλύτερο χρηματοδοτικό κενό, καθώς θα λείπουν οι εισφορές των νεοεισερχόμενων εργαζομένων, οι οποίες θα πηγαίνουν στους ατομικούς κουμπαράδες.

Η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκτιμά ότι το κόστος μετάβασης θα κυμανθεί μεταξύ 49 και 78 δισ. ευρώ. Στο βασικό σενάριο, με επιτόκιο προεξόφλησης 3,5% και παραδοχή ότι στο νέο σύστημα θα ενταχθεί το 20% των νέων έως 35 ετών που βρίσκονται σήμερα ασφαλισμένοι στο ΕΤΕΑΕΠ, καθώς και το 5% των ελεύθερων επαγγελματιών που δεν έχει σήμερα υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση, το κόστος μετάβασης υπολογίζεται σε 56 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τους ειδικούς, όσο λιγότεροι μπουν τόσο θα μειώνεται αντίστοιχα το κόστος μετάβασης, ενώ την ίδια ώρα θα λιγοστεύουν οι πόροι που θα εισέρχονται στο ΤΕΚΑ. Η αναλογιστική μελέτη, πάντως, προβλέπει ότι συν τω χρόνω καθώς θα ωριμάζει το σύστημα θα αυξάνεται ο αριθμός των ασφαλισμένων. Ετσι, το ποσοστό κάλυψης των ασφαλισμένων από τη νέα επικουρική θα ξεπεράσει το 50% το 2045 και το 90% το 2065. Το σύστημα προβλέπει σε γενικές γραμμές ότι τα επόμενα χρόνια οι επικουρικές συντάξεις θα σημειώσουν αύξηση έως και 68% λόγω των υψηλών αποδόσεων των επενδύσεων.

Για παράδειγμα, η επικουρική σύνταξη ασφαλισμένου με μισθό 1.000 ευρώ τον μήνα και 40 έτη ασφάλισης που ανέρχεται σε 235 ευρώ μπορεί να φτάσει στα 326 ευρώ (+40%) με βάση την επαγγελματική διαχείριση των κεφαλαίων του ΕΦΚΑ και στα 479 ευρώ (σχεδόν διπλάσια) με βάση τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ που έχουν τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα με τις υψηλότερες αποδόσεις.

Σύμφωνα με τα παραδείγματα που έχει επεξεργαστεί η ΕΑΑ, ασφαλισμένος με 20 χρόνια ασφάλισης και ηλικία 65 ετών με το σημερινό σύστημα το 2050 θα λάβει επικουρική σύνταξη 190 ευρώ. Με το νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, σύμφωνα με το βασικό σενάριο (πληθωρισμός 2%, πραγματικό επιτόκιο 2%), η σύνταξη θα αυξηθεί κατά 7,9% και θα ανέλθει στα 205 ευρώ. Στην καλύτερη περίπτωση αν οι αποδόσεις φτάσουν στο 4,5%, η σύνταξη θα αυξηθεί κατά 25% και θα διαμορφωθεί στα 238,75 ευρώ.

Μετά από 30 χρόνια ασφάλισης, ο ίδιος 65άρης ασφαλισμένος το 2055 θα πάρει σύνταξη με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα (πληθωρισμός 2%) 353,82 ευρώ.

Με 35 χρόνια ασφάλισης, το 2060 η σύνταξή του θα διαμορφωθεί στα 491,33 ευρώ, ενώ με 40 χρόνια ασφάλισης, το 2065, η επικουρική σύνταξη θα ανέρχεται σε 683,50 ευρώ.

Ωστόσο, το σχέδιο νόμου έχει θεσπίσει ασφαλιστικές δικλίδες στην περίπτωση που οι σωρευτικές αποδόσεις των επενδύσεων του ατομικού λογαριασμού του ασφαλισμένου είναι αρνητικές -περίπτωση που η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας θεωρεί εξαιρετικά απίθανη- καθώς το κράτος εγγυάται ότι η επικουρική του σύνταξη θα αντιστοιχεί στις εισφορές που κατέβαλε ο ασφαλισμένος σε πραγματικούς όρους. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι του νέου συστήματος θα είναι προστατευμένοι από τυχόν ακραίες διακυμάνσεις των αγορών.

Ωστόσο, οι ειδικοί παρατηρούν ότι λόγω του προσδόκιμου ζωής που αυξάνεται το ύψος των νέων συντάξεων κινδυνεύει να βαίνει μειούμενο. Οπως αναφέρει η σχετική διάταξη: «Το ύψος της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης υπολογίζεται με βάση το υπόλοιπο του ατομικού λογαριασμού κάθε ασφαλισμένου κατά την κατάργησή του λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τον πίνακα θνησιμότητας που στηρίζεται σε εγκεκριμένους αναλογιστικούς πίνακες και το προεξοφλητικό επιτόκιο».

Αλλαγή επενδυτικού προφίλ κάθε τρία χρόνια
Για κάθε ασφαλισμένο του ΤΕΚΑ δημιουργείται ατομικός λογαριασμός στον οποίο συσσωρεύονται οι εισφορές του. Τα κεφάλαια θα επενδύονται με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των ασφαλισμένων στη βάση της αρχής της συνετής διαχείρισης, ενώ ο ασφαλισμένος με αίτησή του θα μπορεί να επιλέξει διαφορετικό επενδυτικό πρόγραμμα από το προτεινόμενο – χαμηλού, μέτριου ή υψηλού ρίσκου. Με αντίστοιχη αίτηση θα μπορεί να αλλάζει επενδυτικό πρόγραμμα κάθε τρία χρόνια.

«Στα θετικά του νέου συστήματος σίγουρα είναι και η δυνατότητα επιλογής επενδυτικού προφίλ – και μάλιστα μέσω της διενέργειας σχετικού ατομικού ερωτηματολογίου για το επενδυτικό προφίλ του ασφαλισμένου», σημειώνει ο κ. Κωνσταντίνος Νικολάου, γενικός διευθυντής της εταιρείας αναλογιστικών μελετών Prudential Actuarial Solutions. Επίσης θεωρεί σημαντική εγγύηση και τη διάταξη που προβλέπει ελάχιστο ποσό κατώτατης επικουρικής σύνταξης ίσο με ασφάλιση 15 ετών σε περίπτωση αναπηρίας ή θανάτου του ασφαλισμένου προτού χτιστεί ο ατομικός κουμπαράς, δηλαδή το κράτος θα συμπληρώνει μέχρι του ποσού των ελάχιστων ορίων.

Εν τούτοις, δεν είναι λίγοι οι ειδικοί που εξακολουθούν να εγείρουν ενστάσεις:

«Κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν επέλεξε τη μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο. Ξεκίνησαν από μηδενική βάση ακριβώς γιατί φοβήθηκαν το κόστος μετάβασης», επισημαίνει ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Σάββας Ρομπόλης. «Στην περίπτωση της Ελλάδας το κόστος μετάβασης εκτιμούμε ότι θα αυξήσει το δημόσιο χρέος και θα επιδεινώσει τη δανειοληπτική ικανότητα της χώρας, με κίνδυνο να οδηγήσει την ελληνική οικονομία και κοινωνία στην επανάληψη των συνεπειών των μνημονιακών πολιτικών».

Ο δρ του Παντείου Πανεπιστημίου, Βασίλειος Μπέτσης, σημειώνει δύο παρατηρήσεις:
  1. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής θα οδηγήσει σε μείωση των μελλοντικών επικουρικών συντάξεων. Οπως αναφέρει η σχετική διάταξη, «το ύψος της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης υπολογίζεται με βάση το υπόλοιπο του ατομικού λογαριασμού κάθε ασφαλισμένου κατά την κατάργησή του λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τον πίνακα θνησιμότητας που στηρίζεται σε εγκεκριμένους αναλογιστικούς πίνακες και το προεξοφλητικό επιτόκιο». Δηλαδή αν ο ασφαλισμένος ζήσει 10 χρόνια επιπλέον, το ποσό της σύνταξης θα χρειαστεί να μειωθεί για να μη μηδενιστεί το κεφάλαιο.
  2. Το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι τα πρώτα 5 χρόνια το κόστος λειτουργίας του Ταμείου θα επιβαρύνει τον Προϋπολογισμό. Πρόκειται για μία επιπλέον δαπάνη εκτός από το κόστος μετάβασης που θα επωμιστούν οι φορολογούμενοι.

 Newmoney.gr