Evia Top: Η υψηλή «φορο-ασφαλιστική σφήνα», αντικίνητρο για νέες προσλήψεις

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2021

Η υψηλή «φορο-ασφαλιστική σφήνα», αντικίνητρο για νέες προσλήψεις


Η «φορο-ασφαλιστική σφήνα» (tax wedge), δηλαδή το τι τελικά κοστίζει στην επιχείρηση συνολικά ο εργαζόμενος και το τι αυτός εισπράττει καθαρά (ως διαθέσιμο εισόδημα), είναι αδικαιολόγητα υψηλή στην Ελλάδα. Ανέρχεται στο 38,4%, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 30,8%, γεγονός για το οποίο ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, με δηλώσεις του έχει θέσει ως βασική προτεραιότητα την παραπέρα ελάφρυνση των εργοδοτικών εισφορών. Στην ίδια ρότα έχουν κινηθεί και οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα.

Να δούμε όμως τι λέει για το ίδιο ζήτημα η αγορά: 

ΣΕΒ: «Για να στραφεί προς την ανάκαμψη, τη στήριξη της απασχόλησης και της παραγωγικής εργασίας και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της η Ελλάδα πρέπει να στραφεί σύντομα στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας, των ασφαλιστικών εισφορών, εργοδοτών και εργαζομένων, με στόχο το -5% την επόμενη διετία». 

ΓΣΕΒΕΕ: «Διαχρονικά έχει επισημανθεί ότι αποτελεί για τους εργοδότες ένα σημαντικό αντικίνητρο προκειμένου να προχωρήσουν σε αύξηση του προσωπικού τους. Στην τρέχουσα συγκυρία όπου βιώνουμε τις δραματικές συνέπειες της υγειονομικής κρίσης στην οικονομία, κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η διατήρηση των θέσεων εργασίας». 

ΕΣΕΕ: «Η πανδημία αναδεικνύει εμφατικά πολλές από τις στρεβλώσεις και τα βάρη που δυσανάλογα σηκώνουν οι ελληνικές ΜμΕ, συγκριτικά με τις ανταγωνίστριές τους στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης».

Γιάννης Βρούτσης – πρώην υπ. Εργασίας (30.12.2020 ενόψει εφαρμογής των διατάξεων για τη μείωση από 1.1.2021): «Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αποτελεί κεντρική επιλογή μας, γιατί ενισχύει το τρίπτυχο: θωράκιση της αγοράς εργασίας, βελτίωση στο εισόδημα των εργαζομένων και αύξηση των θέσεων απασχόλησης».

Την ανάγκη ελάφρυνσης του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους της μισθωτής εργασίας υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, η Επιτροπή Πισσαρίδη, η οποία καλεί την κυβέρνηση να αναλάβει δράση για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους στην Ελλάδα. 

Η επιβάρυνση, δε, είναι υψηλότερη για τη μισθωτή παρά για τη μη μισθωτή εργασία. Ενδεικτικά, μισθωτός ο οποίος λαμβάνει καθαρό μισθό, ύψους 1.000 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή 14.000 ευρώ ετησίως), κοστίζει περίπου 23.000 ευρώ ετησίως στον εργοδότη. Εφόσον ο τελευταίος θελήσει να δώσει καθαρή αύξηση στον εργαζόμενο, ύψους 1.000 ευρώ ετησίως, τότε αυτό θα κοστίσει περίπου 2.000 ευρώ.

Την ίδια ώρα, μισθωτός ο οποίος λαμβάνει καθαρό μισθό 2.500 ευρώ μηνιαίως (δηλαδή 35.000 ευρώ ετησίως) κοστίζει 76.000 ευρώ ετησίως στον εργοδότη, ενώ το κόστος του εργοδότη για καθαρή αύξηση 1.000 ευρώ ανέρχεται σε 3.000 ευρώ. 

Επίσης, για καθαρές μηνιαίες αποδοχές 999,04 ευρώ το 2020, το συνολικό κόστος στον εργοδότη είναι 1.616,29 ευρώ. Δηλαδή επαληθεύεται το ποσοστό 38,4% επιβάρυνσης της «φορο- ασφαλιστικής σφήνας» (tax wedge), που αναφέραμε πιο πάνω (ήτοι 1.616,29 μείον 999,04 = 617,25 ευρώ και 617,25:1.616,29= 38,20%). Αντίστοιχα στο 2021 βελτιώνεται κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώνεται στο ποσοστό στο 36,20%.