Evia Top: Τι μας έφερε (και τι μας παίρνει) ο νέος ποινικός κώδικας

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

Τι μας έφερε (και τι μας παίρνει) ο νέος ποινικός κώδικας


Από την περασμένη Πέμπτη η χώρα διαθέτει έναν νέο ποινικό κώδικα. Το σχετικό νομοσχέδιο ψηφίστηκε στην Βουλή και η κυβέρνηση επαίρεται πως πλέον υπάρχει ένα αποτελεσματικό εργαλείο ώστε εγκλήματα που το τελευταίο διάστημα απασχόλησαν την επικαιρότητα να τιμωρούνται παραδειγματικά και αυστηρά.

Ο νέος ποινικός κώδικας παρουσιάστηκε ως το «αντανακλαστικό» της πολιτείας σε υποθέσεις δολοφονιών, εγκλημάτων κατά παιδιών, εμπρησμών και δεκάδων άλλων κατηγοριών που κατά την κυβέρνηση ενισχύουν την ανασφάλεια των πολιτών.

Η αντιπολίτευση από την άλλη θεωρεί ότι ο νέος ποινικός κώδικας απλά εισάγει γενική αίσθηση αυστηροποίησης των ποινών, προκειμένου να εξυπηρετήσει επικοινωνιακές ανάγκες της Νέας Δημοκρατίας. Κυρίως μάλιστα με ένα κοινό που αρέσκεται στις λογικές του δόγματος «νόμος και τάξη». Επίσης ότι εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία να περάσει ρυθμίσεις περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης με πρόσχημα τον σκοταδιστικό λόγο των αντι-εμβολιαστών.

Για την ασφάλεια του πολίτη
Από την πλευρά της κυβέρνησης το νομοθέτημα περιεγράφηκε ως μια νομοθετική πρωτοβουλία που στοχεύει στο «να έχουμε ένα πραγματικό κράτος δικαίου, που, βεβαίως, να κρατάει τις βασικές αρχές της νομικής επιστήμης, αλλά ταυτόχρονα να κάνει και τον πολίτη να αισθάνεται ασφαλής» όπως χαρακτηριστικά είπε ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας.

Όπως ανέλυσαν οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που έλαβαν τον λόγο αυτή η ασφάλεια του πολίτη επιτυγχάνεται μέσω της αυστηροποίησης των ποινών. Χαρακτηριστικά ο βουλευτής Κωνσταντίνος Κόλλιας περιέγραψε ότι με το νομοθέτημα «αυστηροποιείται, το πλαίσιο ποινών σε βαριά ιδιαζόντως ειδεχθή εγκλήματα, όπως η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, η πορνογραφία ανηλίκων, η γενετήσια πράξη με ανήλικο έναντι αμοιβής, αλλά και η κατάχρηση ανηλίκων, δηλαδή η εκμετάλλευση ανηλίκου από δασκάλους, γυμναστές, κληρικούς. Ακόμη, μοναδική ποινή θα είναι πλέον τα ισόβια για τα αδικήματα της εσχάτης προδοσίας, της ανθρωποκτονίας, του ομαδικού βιασμού, του θανατηφόρου βιασμού και της θανατηφόρας ληστείας».

Συμπλήρωσε επίσης ότι «αυστηροποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση δυνατότητας απόλυσης υπό όρο. Τι γίνεται δηλαδή; Αυξάνεται ο χρόνος της πραγματικής έκτισης της ποινής εντός του σωφρονιστικού καταστήματος. Σε περίπτωση δε της ισόβιας κάθειρξης το κατώτατο όριο πραγματικής έκτισης για τους κατάδικους αυξάνεται πλέον από τα δεκαέξι που είναι σήμερα στα δεκαοκτώ έτη. Με τις εν λόγω προτεινόμενες ρυθμίσεις, επιδιώκεται η αποκατάσταση της πεποίθησης ότι κανένα έγκλημα δεν παραμένει ατιμώρητο».

Να εξαιρεθούν οι αστυνομικοί από την αυτόφωρη διαδικασία
Στις τοποθετήσεις των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας αξίζει να επισημανθεί ότι καταγράφθηκαν και κάποιες απόψεις που ίσως απασχολήσουν στο μέλλον. Όπως για παράδειγμα αυτή του βουλευτή Θεσσαλονίκης της Ν.Δ Δημήτρη Βαρτζόπουλου, που με αφορμή τα γεγονότα στο Πέραμα που οδήγησαν στο θάνατο του 18χρονου Ρόμ, ζήτησε να υπάρχει ειδική μεταχείριση για τους αστυνομικούς.

Δηλαδή να μην συλλαμβάνονται με την διαδικασία του αυτόφωρου όπως οι υπόλοιποι πολίτες ενώ δίωξη εναντίον να ασκείται μόνον εφόσον εντοπιστεί αδίκημα μετά από την ολοκλήρωση ένορκης διοικητικής εξέτασης.

Όπως ανέφερε ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος «οι εικόνες σιδηροδέσμιων αστυνομικών, οι οποίοι προσάγονται προς ανάκριση ύστερα από τη χρήση υπηρεσιακού όπλου εν υπηρεσία με ανθρώπινα θύματα, δείχνουν ότι υπάρχουν τυπικές διαδικασίες, οι οποίες όμως θέτουν εν κινδύνω και το κύρος και το ηθικό του αστυνομικού σώματος».

Πρόσθεσε ότι «ο αστυνομικός εν υπηρεσία θα πρέπει να γνωρίζει ότι μπορεί να κάνει χρήση του υπηρεσιακού του όπλου, τηρώντας βεβαίως τους οικείους κανόνες εμπλοκής, χωρίς να φοβάται ότι αυτό αναπόδραστα θα οδηγήσει σε βαριά ταλαιπωρία του ή και ευτελισμό του». Με βάση αυτά ζήτησε οι αστυνομικοί «να εξαιρούνται της σύλληψης κατά το 275 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» και «η άσκηση ποινικής διώξεως σε αυτές τις περιπτώσεις κατά αστυνομικών υπαλλήλων, κατά το 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να γίνεται μόνον εφόσον ολοκληρωθεί η ένορκος διοικητική εξέτασις». Έως στιγμής πάντως οι απόψεις αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από το υπουργείο Δικαιοσύνης.

Όχι στην εισαγωγή του όρου «γυναικοκτονία»
Όμως παρά την σπουδή της να αυστηροποιήσει τις ποινές για εγκλήματα που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση αρνήθηκε να εντάξει στον ποινικό κώδικα τον όρο «γυναικοκτονία». Παρότι η εγκληματικότητα με έμφυλα κίνητρα είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας απέρριψε σχετικές τροπολογίες που κατέθεσαν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο το Μέρα 25 λέγοντας ότι «εμείς προβλέπουμε την ισόβια κάθειρξη ως μοναδική ποινή για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας ανεξαρτήτως φύλου».

Μάλιστα υποστήριξε ότι στην Ευρώπη μόνον «τρείς χώρες έχουν ειδική πρόβλεψη για τη γυναικοκτονία, με διαφορά βέβαια ποινής. Οι χώρες αυτές είναι η Βουλγαρία, η Φινλανδία και η Λιθουανία.

Η Γερμανία και η Αυστρία τυποποιούν τη συγκεκριμένη διάκριση στο πλαίσιο του σεξιστικού εγκλήματος, χωρίς όμως διαφορά ποινής. Συνεπώς, στην πλειοψηφία τους οι ευρωπαϊκές χώρες δεν προβλέπουν τη γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο έγκλημα».

Η κριτική της αντιπολίτευσης
Το νομοσχέδιο του νέου ποινικού κώδικα δέχθηκε την κριτική όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, αν και όχι με το ίδιο σκεπτικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝ.ΑΛ, το ΚΚΕ και το Μέρα 25 επισήμαναν σε γενικές γραμμές την διαφωνία τους με το ότι η αυστηροποίηση των ποινών είναι ένα μέτρο που από μόνο του μπορεί να περιορίσει την εγκληματικότητα. Επισημαίνοντας ότι με επικοινωνιακό τρόπο η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει την αίσθηση ότι αντιδρά απέναντι στα εγκλήματα για τα οποία πληροφορείται ο πολίτης από τους τηλεοπτικούς δέκτες.

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Σπύρος Λάππας επισήμανε ότι καρδιά του νομοθετήματος «είναι ο ποινικός λαϊκισμός» που πηγαίνει «μαζί με τον πολιτικό λαϊκισμό». Ανέφερε μάλιστα ότι «η Ελλάδα, στο θέμα των ποινών και των κρατουμένων, είναι τρίτη από το τέλος των σαράντα εννιά χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης; Να σας πω ποιοι είναι κάτω από την Ελλάδα; Δύο μόνο, η Τουρκία και η Αλβανία. Η Ελλάδα έχει τόσους ισοβίτες όσους έχουν τα πέντε κράτη του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Ολλανδία. Προσθέστε τους κατοίκους αυτών των χωρών, τον πληθυσμό συνολικά. Έχουν τόσους ισοβίτες όσους έχει μόνο η Ελλάδα των δέκα εκατομμυρίων».

Η Ευαγγελία Λιακούλη εκ μέρους του Κινήματος Αλλαγής είπε ότι «σκοπιμότητα σας είναι να χαϊδέψετε τα αυτιά της ελληνικής κοινωνίας» και «να ικανοποιήσετε το τηλεοπτικό αίσθημα δικαίου» με «οριζόντια αύξηση ποινών». Βέβαια την εικόνα της θέση του Κινήματος Αλλαγής θόλωσε η παρέμβαση στην Βουλή του Ανδρέα Λοβέρδου, που δήλωσε πως θα υπερψηφίσει επί της αρχής το νομοθέτημα, παρά το ότι το κόμμα του είχε αποφασίσει να ψηφίσει παρών.

Από την πλευρά του ΚΚΕ, η Μαρία Κομνηνάκα επισήμανε ότι ο νέος ποινικός κώδικας αυστηροποιεί το σύνολο των ποινών ακόμη και για πλημμελήματα με μία αυθαίρετη λογική, παράλληλα όμως φροντίζει να ενισχύσει την ποινική καταστολή των κινητοποιήσεων. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην «απαράδεκτη προσθήκη στο άρθρο 272, που φέρατε με τη νυκτερινή τροπολογία, που δεν τολμήσατε καν να τη θέσετε στην κρίση των επιστημονικών φορέων στην πολυήμερη συζήτηση που προηγήθηκε; Λέτε: «Όποιος κατέχει εμπρηστικές ύλες, ενώ βρίσκεται σε δημόσια συνάθροιση, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη». Εννοώ ότι είναι αυτές οι τροποποιήσεις που κάνετε. Τί άλλο θα σκεφθείτε; Εμπρηστική ύλη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμη και ο αναπτήρας, μην σας πω υπό συνθήκες και το αντισηπτικό οινόπνευμα;». Η βουλευτής του ΚΚΕ επισήμανε ότι «δημιουργείτε συστηματικά έναν μηχανισμό επίσημης κρατικής προβοκάτσιας, για να τυλίγετε τον κόσμο σε μια κόλλα χαρτί».

Στο ζήτημα της αυστηροποίησης των ποινών για τα ζητήματα της ενδο-οικογενειακής βίας και την πραγματική του διάσταση αναφέρθηκε η βουλευτής του Μέρα 25 Αγγελική Αδαμοπούλου. Αναρωτήθηκε: «Τι να την κάνει μονομερώς την αυστηρή ποινή μία γυναίκα η οποία πέφτει θύμα ενδοοικογενειακής βίας ή αντίστοιχα ένα παιδί θύμα γενετήσιου εγκλήματος; Τι να την κάνει, όμως, η γυναίκα που πέφτει θύμα κακοποίησης και το παιδί το οποίο δέχεται κατ’ εξακολούθηση και για χρόνια ασελγείς πράξεις μονομερώς όταν αυτά τα άτομα όλα αυτά τα χρόνια δεν έχουν την απαραίτητη στήριξη της πολιτείας;»

Το άρθρο 191 και η ελευθεροτυπία
Ένα από τα άρθρα που προκάλεσε την έντονη αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν οι αλλαγές που προβλέφθηκαν για το άρθρο 191 του ποινικού κώδικα, το οποίο αφορά την διασπορά ψευδών ειδήσεων.

Η κυβέρνηση εισηγήθηκε την ποινική δίωξη για δημόσιες δηλώσεις και δημοσιεύματα που μπορεί να προκαλέσουν την «ανησυχία» ή τον «κλονισμό της εμπιστοσύνης» των πολιτών σε θέματα που αφορούν την Εθνική Άμυνα, την Εθνική Οικονομία αλλά και την δημόσια υγεία.

Δεν έκρυψε μάλιστα ότι με τις νέες αυτές ρυθμίσεις στόχος είναι ο δημόσιος λόγος των αντι-εμβολιαστών. Στον αντίποδα η αντιπολίτευση υποστήριξε ότι η αλλαγή αυτή δημιουργεί συνθήκες περιορισμού της ελευθεροτυπίας ενώ θα μείνει ως εργαλείο κυβερνητικής χειραγώγησης ακόμη και όταν παρέλθει η πανδημία.

Επιχειρηματολογώντας για το άρθρο αυτό ο υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Τσιάρας διαβεβαίωσε πως «δεν υπάρχει καμία τέτοια πρόθεση από την πλευρά της κυβέρνησης θέλω να σας διαβεβαιώσω, όμως και το δικαίωμα του Έλληνα πολίτη να μην είναι θύμα fakenews ή πληροφοριών που μπορεί να του κοστίζουν σε οποιοδήποτε επίπεδο, είναι ένα δικαίωμα το οποίο πρέπει να το κρατήσουμε πάρα πολύ ψηλά.

Δεν γίνεται από τη μια πλευρά να φερόμεθα ως δικαιωματιστές και να προβάλλουμε το γεγονός ότι πρέπει να διαφυλάξουμε τα δικαιώματα των πολιτών και ένα τέτοιο πραγματικό δικαίωμα να μην το έχουμε σε πρώτη προτεραιότητα σε ό,τι αφορά τη νομοθετική μας θωράκιση».

Ειδικά για τους αντιεμβολιαστές ο υπουργός Δικαιοσύνης υποστήριξε «αυτή τη στιγμή χάνονται συνάνθρωποί μας, επειδή κάποιοι ουσιαστικά τους πείθουν να μην εμβολιαστούν, να μη διασωληνωθούν, πρέπει να τύχει της μη δυνατότητας επέμβασης της δικαιοσύνης; Δεν σας ενδιαφέρει αυτό καθόλου αλήθεια; Δηλαδή, δεν είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει όλοι μαζί να δούμε με σοβαρότητα και ευθύνη;»

Πάντως το συγκεκριμένο άρθρο βρέθηκε στο στόχαστρο όχι μόνον της αντιπολίτευσης, αλλά και των εκπροσώπων του νομικού κόσμου που τοποθετήθηκαν στον πλαίσιο της ακρόασης φορέων για το νομοσχέδιο που έγινε στην Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης και Δικαιοσύνης της Βουλής.

Εκεί η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, Μαρία Αντωνιάδου επισήμανε ότι με τις διατάξεις αυτές «ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρεμβαίνει η δικαιοσύνη και να περιορίζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του λόγου και την έκφραση απόψεων για ότι συμβαίνει γύρω μας με την αιτιολογία ότι έτσι διασπείρονται ψευδείς ειδήσεις που προκαλούν ανησυχία και φόβο στους πολίτες και κλονίζεται η εμπιστοσύνη του κοινού».

Επίσης ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χαράλαμπος Σεβαστίδης επισήμανε πως «με την προτεινόμενη αλλαγή για την κατάφαση του εγκλήματος αρκεί η διαπίστωση της ικανότητας της διασποράς της ψευδούς είδησης να προκαλέσει φόβο και ανησυχία στους πολίτες.

Το στοιχείο αυτό όμως, δηλαδή η ικανότητα πρόκλησης φόβου ή ανησυχίας, είναι εντελώς υποκειμενικό,αόριστο και πάντως μη μετρήσιμο». Σημείωσε πως «πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία είναι η θέσπιση μιας και μοναδικής κρατικής αλήθειας και η δίωξη κάθε αντίθετης άποψης, πρακτική που εύκολα μπορεί να καταλήξει στη λογοκρισία».

Μάλιστα αναφερόμενος ειδικά στα ζητήματα της δημόσιας υγείας λέγοντας ότι «ακόμα και σκοταδιστικές θέσεις με τις οποίες σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη η κοινωνία μας δεν εξαλείφονται με ποινική καταστολή, αλλά με την επιστήμη,τον ορθολογισμό και την παιδεία.

Ο Ποινικός Κώδικας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την «Ιερά Εξέταση» του Μεσαίωνα και να εμποδίζει την πρόοδο της επιστήμης με την απειλή της πείρας. Είναι προτιμότερο να ακουστεί κάτι ψευδές, παρά να φιμωθούν εκατό αλήθειες.

Από την άποψη αυτή λοιπόν, η τροποποίηση του άρθρου 191 του Π.Κ. συνιστά οπισθοδρόμηση, καθώς διευρύνει το αξιόποινο, εισάγει και πάλι αφενός την υποκειμενική κρίση της προσφορότητας της είδησης να προκαλέσει ανησυχία ή φόβο, και αφετέρου το στοιχείο του κλονισμό της εμπιστοσύνης του κοινού στη δημόσια τάξη, περιορίζοντας έτσι σημαντικά το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης και πληροφόρησης, όπως αυτό προστατεύεται στο Σύνταγμα και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε».


news247.gr