Evia Top: Οι φαρμακοποιοί της Εύβοιας δίνουν το στίγμα της τοπικής κοινωνίας 5 μήνες μετά τις πυρκαγιές

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Οι φαρμακοποιοί της Εύβοιας δίνουν το στίγμα της τοπικής κοινωνίας 5 μήνες μετά τις πυρκαγιές


 Τον έντονο προβληματισμό του για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των καταστροφικών πυρκαγιών της Εύβοιας κατέθεσε ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Εύβοιας  Στράτος Καρλατήρας για ένα θέμα που άγγιξε όλους τους Έλληνες και συγκαταλέγεται στα γεγονότα που σφράγισαν τη συλλογική μνήμη για τη χρονιά που έφυγε.  

Για τον ίδιο πρόκειται για τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή στην σύγχρονη Ελλάδα. Χάθηκε, όπως είπε ένα πυκνό παρθένο δάσος το οποίο αποτελούσε τον πλούτο όλων των κατοίκων.

 Και οι φαρμακοποιοί των περιοχών που επλήγησαν ήδη αισθάνονται τις συνέπειες αυτής της απώλειας.

 

Παρόλο που σύμφωνα με τον κ. Καρλατήρα δεν υπήρξαν σοβαρές ζημιές στα φαρμακεία πέρα από καταστροφές φαρμάκων ψυγείου λόγω των διακοπών  ρεύματος και της πτώσης τάσης για τις οποίες έσπευσε τόσο ο Σύλλογος όσο και οι φαρμακαποθήκες να τα πάρουν πίσω και να τα αντικαταστήσουν, το παρόν και το μέλλον μοιάζει να είναι αβέβαιο.

 

Η ανασφάλεια έχει να κάνει όχι μόνο με τις άμεσες και μεσοπρόθεσμες περιβαλλοντικές επιπτώσεις με ορατό τον κίνδυνο πλημμυρών, κατολισθήσεων, ερημοποίησης της περιοχής, το οποίο ο πρόεδρος του ΦΣ Εύβοιας χαρακτηρίζει ένα πολύ μεγάλο πλήγμα σε όλους τους τομείς, αλλά έχει να κάνει και με τον κίνδυνο ο κόσμος και κυρίως οι νέοι άνθρωποι μη βρίσκοντας εργασία και προοπτική στον τόπο τους, να αρχίσουν να τον εγκαταλείπουν προς αναζήτηση καλύτερης τύχης.

 

Ο κ. Κώστας Τσεμπερλίδης, φαρμακοποιός που διατηρεί φαρμακείο στις Ροβιές, ένα από τα χωριά που κατεξοχήν επλήγησαν, και ο ίδιος αισθάνεται πολύ τυχερός που οι φλόγες «έγλυψαν» περιμετρικά το σπίτι του το οποίο ως εκ θαύματος τελικά δεν κάηκε, εκφράζει αυτή τη γενικότερη ανασφάλεια που υπάρχει και στον ίδιο αλλά και στον κόσμο που μπαίνει στο φαρμακείο του σημειώνοντας πως το καλοκαίρι δεν ξέρει πόσο ο κόσμος θα φέρει τις οικογένειές του στα καμένα.

 

Όμως οι αντοχές του κόσμου εξαντλούνται. Ήδη οι άνθρωποι που ζούσαν από το δάσος αλλά και από τον τουρισμό βρέθηκαν να μπαίνουν στο χειμώνα με απώλειες και αυτό εκφράζεται με μία διστακτικότητα στην αγορά. Γι’ αυτό και θεωρεί ως προτεραιότητα μαζί με τη διενέργεια αντιπλημμυρικών έργων και την αναδάσωση, την ουσιαστική στήριξη των κατοίκων και των επιχειρήσεων του τόπου.

 

Από εκεί και πέρα στηρίζει τις ελπίδες του στον κόσμο που ήδη από την πρώτη στιγμή συνέβαλλε ουσιαστικά με βοήθεια από όλη την Ελλάδα στους πυρόπληκτους ελπίζοντας ότι οι άνθρωποι που πήγαιναν για χρόνια στις πληγείσες περιοχές θα εξακολουθήσουν να το κάνουν, έχοντας στο μυαλό ότι έτσι στηρίζουν τον τόπο που συνέδεσαν όμορφες στιγμές της ζωής τους να αναγεννηθεί και τους μόνιμους κατοίκους να παραμείνουν στα μέρη τους.

 

Αυτή η μεγάλη στήριξη του κόσμου έκανε τον κ. Θανάση Σαββάκη, φαρμακοποιό από ένα άλλο χωριό της βόρειας Εύβοιας που δοκιμάστηκε έντονα από τις φωτιές, τη Λίμνη να έχει μέσα του αντικρουόμενα συναισθήματα, συγκίνηση για τον κόσμο που βοήθησε και «θυμό για την απουσία πυροσβεστικών δυνάμεων, την εγκατάλειψη και την καταστροφή της άλλοτε πανέμορφης περιοχής μας. Από τον παράδεισο, σε μια στιγμή βρεθήκαμε να ζούμε στην κόλαση».  

 

Αυτό που θεωρεί ότι χρειάζεται είναι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. «Η σεζόν μετά τη φωτιά, όπως αναμενόταν, πήγε άσχημα. Μόλις ξεκίνησαν τα αντιδιαβρωτικά έργα, ήρθαν εργάτες από άλλα μέρη της Ελλάδας, προσελήφθησαν στα έργα οι ρητινοπαραγωγοί, υλοτόμοι και δασεργάτες της περιοχής μας και κάπως έδωσαν μια μικρή ενίσχυση στην τοπική κοινωνία. Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι χωρίς κάποιο σχέδιο για το μέλλον, δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκαμψης».

 

Μέσα από το φαρμακείο του που έρχεται σε επαφή με τον κόσμο πιάνει το σφυγμό της τοπικής κοινωνίας. «Το φαρμακείο είναι ένας  χώρος που οι άνθρωποι μοιράζονται μαζί μας τις ανησυχίες τους, μας λένε τα προβλήματά τους, που πολλές φορές ταυτίζονται με τα δικά μας. Δυστυχώς είναι πολύ απογοητευμένος ο κόσμος. Οι γονείς ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους και την εργασιακή τους αποκατάσταση στην περιοχή. Οι επιχειρηματίες είναι σε πολύ δεινή θέση. Εκτός από τις επιπτώσεις της φωτιάς στον τουρισμό, έχουν να καταπολεμήσουν και την πανδημία που έχει έξαρση αυτή την περίοδο. Σε χειρότερη μοίρα είναι οι άνθρωποι που είχαν άμεσα εισοδήματα από την εργασία στο δάσος. Τώρα περιμένουν κάποια ενέργεια από την κυβέρνηση για να τους κρατήσει στην περιοχή. Η απουσία αντιπλημμυρικών έργων –σ.σ. αυτή τη στιγμή όπως αναφέρει γίνονται αντιδιαβρωτικά έργα- και η δυσπιστία για τις προθέσεις αυτών που θα αναλάβουν τα έργα και τις επενδύσεις στα καμένα δάση μας, είναι επίσης θέματα που απασχολούν την κοινότητα.

 

Ένα άλλο πρόβλημα που θα απασχολήσει τους συμπολίτες μας στο μέλλον είναι και η θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες. Τα σπίτια της περιοχής όπως και το δικό μου θερμαίνονται με ξύλα. Είναι κατανοητό πως μετά την πάροδο 2 – 3 ετών δεν θα έχει μείνει κανένα καυσόξυλο στην περιοχή. Το να θερμάνεις ένα σπίτι στους Κουρκουλούς π.χ. για ένα χειμώνα με πετρέλαιο, θα επιφέρει μια τεράστια οικονομική δαπάνη που οι κάτοικοι μέχρι πριν, δεν είχαν».

 

Πάντως ο ίδιος δεν είναι πολύ αισιόδοξος και εκφράζει μία δυσπιστία για το ειλικρινές ενδιαφέρον των κυβερνώντων. «Το γεγονός ότι δεν έστειλαν εναέρια μέσα τη στιγμή που στην κυριολεξία καιγόμασταν επί 10 ημέρες μας δείχνει με τον πιο καταφανή τρόπο, ότι για τους κυβερνώντες αποτελούμε πολίτες δεύτερης κατηγορίας».

 

Ακόμη πιο σκληρή στην κριτική της είναι η κ. Ελένη Μπλέτσιου, που διατηρεί επίσης φαρμακείο στη Λίμνη η οποία στάθηκε στην προ ολίγων ημερών επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην περιοχή. «Μας επισκέφτηκε ο Πρωθυπουργός στη βόρεια Εύβοια. Ξέρετε πως ήρθε; Ήρθε δια θαλάσσης, διέσχισε μία διαδρομή από την Αιδηψό μέχρι την Ιστιαία που δεν έχει καεί ούτε γλάστρα, κλείστηκε σ’ ένα σχολείο σε μία αίθουσα και είδε κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους. Δεν έκανε καμία βόλτα να δει με τα μάτια του το μέγεθος της καταστροφής. Δεν είναι ντροπή αυτό; Δεν δείχνει κάτι;».

 

Και για την κ. Μπλέτσιου παρά το γεγονός, όπως λέει, ότι η αγάπη του κόσμου ήταν πολύ μεγάλη και μάλιστα πολλοί άνθρωποι μετά από δεκαπέντε μέρες από τις πυρκαγιές μπήκαν στη διαδικασία και επισκέφτηκαν την περιοχή μόνο και μόνο για να υποστηρίξουν τους κατοίκους και να δηλώσουν ότι είναι εδώ, και ήταν πολύ συγκινητική η βοήθεια όλου του κόσμου, όλης της Ελλάδας, ακόμη και Ελλήνων του εξωτερικού που έστειλαν πράγματα, τρόφιμα, είδη ρουχισμού, ακόμη και βασικά είδη για τη στήριξη ενός νοικοκυριού, η ουσιαστική στήριξη πρέπει να έρθει από το κράτος.

 

Και πως να πει κανείς ότι έχει άδικο, όταν όπως λέει «πέρα από τα φυσικά φαινόμενα που βρισκόμαστε στο έλεός τους έχουμε και μία πολιτεία που νιώθω ότι δεν σκύβει στην επαρχία. Η επαρχία συνεχώς υποβαθμίζεται. Να σας πως ότι δεν έχουμε τράπεζα; Να σας πω ότι τα ΑΤΜ των τραπεζών πολλές φορές δεν λειτουργούν; Να σας πω ότι οι ιατροί των αγροτικών ιατρείων λόγω της πανδημίας απουσιάζουν μονίμως γιατί είναι στα Κέντρα Υγείας για να εμβολιάζουν; Να σας πω ότι τα σχολεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο και υποβαθμίζονται διαρκώς».

 

Η καταστροφή του δάσους κάτω από αυτές τις συνθήκες και με δεδομένη την σε εξέλιξη κρίση της πανδημίας η καταστροφή του δάσους από τις πυρκαγιές μοιάζει να είναι ένα τελειωτικό χτύπημα.

 

«Με το δάσος είχαμε αναπτύξει μία μικροοικονομία και μέσα σε όλη αυτήν την κατάσταση την πολύ άσχημη οικονομική, είτε λέγεται κρίση από το 2010 είτε λέγεται κορονοϊός, είχαμε αναπτύξει μία μικροοικονομία. Ο ένας πρόσεχε τα κτήματα του άλλου, κάτι καλλιεργούσε, ασχολείτο με τα ρετσίνια, έκανε κάποια μεροκάματα σε οικοδομές. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Δεν υπάρχει αυτή η μικροοικονομία για να συντηρηθούμε. Δεν έχεις λόγους να κάτσεις».     

 

Ήδη, όπως λέει, «κάποιοι έχουν αφήσει τις οικογένειες τους εδώ και πηγαινοέρχονται στη Χαλκίδα, στα Ψαχνά όπου έχουν βρει δουλειά. Και άντε φέτος είναι ακόμη νωπό. Κάποιοι κάθισαν γιατί δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν. Όμως το τι θα συμβεί υπάρχει μία προοπτική πολλών χρόνων μπροστά μας. Το δάσος δεν πρόκειται να ξαναγίνει τώρα. Θα γίνει σε 20-30 χρόνια».

 

Η ίδια έχει ακόμη 17 χρόνια για να συνταξιοδοτηθεί και αναρωτιέται πως θα αντέξει. Η εργασία της έχει επηρεαστεί, «ο κόσμος δεν έχει χρήματα για να ψωνίσει. Παίρνει τα απολύτως απαραίτητα και είναι φυσικό και επόμενο να φαίνεται αυτό και στο φαρμακείο. Το καλοκαίρι έτσι όπως τελείωσε ήταν πανωλεθρία, τώρα βρισκόμαστε σίγουρα ένα 10% κάτω σε σχέση με πέρσι την ίδια εποχή και αυτά που σώνουν λίγο την κατάσταση τώρα είναι ότι μας δόθηκε αυτή η ύλη με τα rapid και με τα self tests και τα εμβόλια που κάπως κάπου, και ειδικά με τα rapid tests υπάρχει ρευστό χρήμα που μπαίνει στο φαρμακείο λες ότι έτσι μπαίνει κόσμος στο φαρμακείο. Δεν κινείται τίποτα από το παραφάρμακο. Δεν κινούνται τα καλλυντικά, δεν κινούνται τα ορθοπεδικά… Κινούνται μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Και αυτό που λέω είναι ότι όλο αυτό δεν θα είναι μόνο για μία χρονιά. Θα έχει μέλλον, χρόνια μπροστά του».

 

Γι’ αυτό πιστεύει ότι η πολιτεία πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες με το πλέον άμεσο να δει το θέμα του τουρισμού που στην ουσία στηριζόταν πάντα σε αυτό το φυσικό κάλλος της περιοχής και όχι σε υποδομές καθώς, όπως σημειώνει, «η περιοχή μας είναι δίπλα στη θάλασσα, δυόμιση ώρες μόλις από την Αθήνα και χαρακτηρίζεται ως ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή».

 

Το ενδιαφέρον του ρεπορτάζ που έκανε το DailyPharmaNews είναι ότι οι φαρμακοποιοί με τους οποίους μίλησε έμοιαζαν να είναι συντονισμένοι καθώς όλοι λίγο-πολύ είχαν τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες αγωνίες.

 

Οι σκέψεις που εξέφρασε ο κ.  Άγγελος Σταματίου φαρμακοποιός στα Λουτρά της Αιδηψού που δεν απειλήθηκαν άμεσα από την φωτιά ήταν παρόμοιες. «Εμείς βέβαια, σημείωσε εξαρχής, στα Λουτρά της Αιδηψού δεν επηρεαστήκαμε άμεσα από τη φωτιά όσον αφορά τις ζημιές στις υποδομές αλλά επειδή είμαστε το σημείο αναφοράς της βόρειας Εύβοιας, λόγω ξενοδοχειακών μονάδων, όλη η κατάσταση, το “μετά” της κατάστασης πέρασε από τα Λουτρά της Αιδηψού».

 

Μάλιστα ο ίδιος έδωσε και την καλύτερη εικόνα που βίωσε ως φαρμακοποιός σε μία κρίσιμη στιγμή.

 

«Έτυχε 8 Αυγούστου, πέντε μέρες αφότου άρχισε η φωτιά, Κυριακή, ημέρα εκκένωσης της περιοχής, να έχω εφημερία. Αφού δεν τέθηκε η φωτιά υπό έλεγχο άρχισε ο κόσμος να φεύγει από όλη τη βόρεια Εύβοια. Στο τέλος της ημέρας άρχισαν τα πλοία να παίρνουν τον κόσμο από την Λίμνη και να τον φέρνουν στα Λουτρά της Αιδηψού. Εκείνη τη μέρα ήταν πόλεμος, κόλαση! Η κατάσταση ήταν λες και ήμασταν σε μπαρουταποθήκη. Μύριζε παντού καμένο, από το πρωί ο ουρανός ήταν κίτρινος, νόμιζες ότι εάν άναβες ένα σπίρτο αρκούσε για να εκραγούν τα πάντα. Όλοι οι δρόμοι της πόλης ήταν γεμάτοι από αμάξια από κόσμο, από τουρίστες που ήθελαν να φύγουν γιατί είχαν τρομοκρατηθεί οι άνθρωποι. Να φύγουν από τα λιμάνια γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν οδικώς προς Χαλκίδα καθώς οι δρόμοι είχαν φωτιές που έκαιγαν και καπνό. Ο μόνος τρόπος ήταν να φύγουν από το λιμάνι της Αιδηψού που σκεφτείτε πως ήταν, αφού πρόκειται για μία μικρή πόλη. Όλοι οι δρόμοι, ο παραλιακός και οι κάθετοι ήταν γεμάτοι από αμάξια».

Κατά τη διάρκεια της εφημερίας ο κ. Σταματίου αντιμετώπισε μια πρωτόγνωρη γι’ αυτόν κατάσταση. Να έρχονται στο φαρμακείο του «άνθρωποι που είχαν πρόβλημα με καμένα ρούχα, με δύσπνοιες σοβαρές, κόσμος που είχε χάσει τα σπίτια του. Να κλαίνε, να οδύρονται, να είναι σε αμόκ. Κι όλα αυτά στο φαρμακείο! Ο κόσμος επειδή δεν ήξερε τι να κάνει ερχόταν στο φαρμακείο που πάντα το βλέπει ως –ας το πούμε έτσι- ένα πρώτο πυλώνα βοήθειας και έρχεται να σου εκμυστηρευτεί πράγματα, να ζητήσει συμβουλές κτλ αλλά ερχόταν με τρόπο που ήταν έξω από τη λογική πλέον. Έρχονταν να πάρουν τηλέφωνο σε αμάξια που έχουν εγκλωβιστεί μανάδες με τα παιδιά τους και να λένε τι να κάνω, το παιδί μου έχει πυρετό. Έμπαιναν μέσα και τους έβλεπες να κλαίνε, να οδύρονται και να λένε τι τους είχε συμβεί. Δεν ζητούσαν κάτι να πάρουν, κάτι να τους δώσω. Ερχόντουσαν για ψυχολογική υποστήριξη. Είχαν χάσει τα πάντα μέσα σε μία στιγμή. Όλο αυτό ήταν μία κατάσταση όχι ψυχοφθόρα, θα πω ότι δεν έχω ξαναζήσει τέτοιο πράγμα ποτέ στη ζωή μου!».            

 

Πάντως ακόμη κι έτσι ο κ. Σταματίου θεωρεί αυτό που έζησε ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση με αυτό που έζησαν οι συνάδελφοί του στις Ροβιές και στη Λίμνη. «Καμία σχέση. Αυτοί περάσαν την πραγματική κόλαση! Εμείς είχαμε τις συνέπειες της κόλασης ας πούμε».

 

Πάντως αυτό που βίωσε είχε απόλυτη σχέση με την έλλειψη βασικών υποδομών που περιέγραψε η κ. Μπλέτσιου.

 

«Γενικότερα η βόρεια Εύβοια, όπως λέει, είναι μία περιοχή η οποία στερείται υποδομών. Εμείς για να κατεβούμε στη Χαλκίδα είναι ένας μέτριος ως κακός δρόμος. Προσπαθούμε με παρεμβάσεις εδώ και 35-40 χρόνια, από τη Μεταπολίτευση και μετά να  τον φτιάξουν αλλά ποτέ δεν γίνεται τίποτα ουσιαστικό. Ως περιοχή που έχουμε 30-40.000 κόσμος έχουμε ένα μικρό Κέντρο Υγείας, το οποίο με νύχια και με δόντια όλες οι διοικήσεις προσπαθούν να το στελεχώσουν με ειδικότητες και να το στηρίξουν με μηχανήματα στο βαθμό του εφικτού αλλά επειδή είμαστε στην Ελλάδα αυτό δεν γίνεται  στο βαθμό που θα έπρεπε. Υπάρχουν περιπτώσεις το χειμώνα που, χτύπα ξύλο, σου συμβαίνει κάτι που πρέπει να πας σε νοσοκομείο. Δεν φτάνει η υποδομή του Κέντρου Υγείας. Θα πρέπει να κατέβεις στη Χαλκίδα και να περάσεις το βουνό Παγώντας. Εάν έχει χιόνια ή κατολισθήσεις δεν μπορείς να κατέβεις οδικώς. Όποτε συμβαίνει αυτό, συνήθως συμπίπτει με τα απαγορευτικά των πλοίων οπότε δεν μπορείς ούτε ακτοπλοϊκώς να περάσεις απέναντι να πας στη Λαμία. Σκωληκοειδίτιδα μπορεί να πάθεις εδώ στη βόρεια Εύβοια και εάν δεν λειτουργούν τα φέριμποτ και  δεν είναι ανοικτός ο δρόμος μπορεί να πεθάνεις. Και μόνο αυτά σου δείχνουν ότι είσαι αφημένος στην τύχη σου. Αποκλεισμένος δίπλα από την Αθήνα σ’ ένα μεγάλο νησί του οποίου το βόρειο μέρος είναι παρατημένο σε πολύ μεγάλο βαθμό. Βρέχει και πνιγόμαστε, πιάνει φωτιά και καιγόμαστε. Μπορεί να γινόταν πριν 100 χρόνια αλλά σήμερα πάλι να συζητάμε αυτά τα πράγματα έχει πάει κάτι λάθος στην πορεία της ανάπτυξης».

 

Πάντως για τον κ. Σταματίου υπάρχει μία νότα αισιοδοξίας και ελπίδας μέσα σε όλο αυτό που έζησε και αυτή η νότα έχει να κάνει με το ότι «στην ανάγκη πάνω η αλληλεγγύη του λαού προς τον λαό ήταν τεράστια, άσχετα με τις πολιτικές πεποιθήσεις, άσχετα με το που ανήκει ο καθένας. Όλοι βοηθούσαν τους πάντες εκείνες τις μέρες. Εγώ αυτό το εισέπραξα και το μετέδωσα.  Και από τους φίλους και από την οικογένειά μου και από αγνώστους. Πραγματικά πάνω στην ανάγκη είδα ότι υπάρχει μία ομοψυχία που δεν την είχα ξαναδεί ίσως γιατί δεν μας είχε ξανασυμβεί τόσο μεγάλη καταστροφή στην περιοχή. Δηλαδή τα πράγματα που ερχόντουσαν από τις γύρω περιοχές… Ασταμάτητα, ασταμάτητα! Από ξένους, από ντόπιους, από Έλληνες, από αλλοδαπούς. Δεν μπορείτε να φανταστείτε! Δεν μπορείτε να φανταστείτε!!! Πραγματικά πιστεύω ότι φορτώθηκαν τόσα αποθέματα που αρκούν, όχι για ένα χρόνο, για παραπάνω».

https://dailypharmanews.gr/site/post/23337/Oi-farmakopoioi-tis-Euboias-dinoun-to-stigma-tis-topikis-koinonias-5-mines-meta-tis-purkagies?fbclid=IwAR3sG3vpxzZaRJuhd103xKr08ojIjESICjlXH2i1Pv_4lOYwzkdnztOynCw