Evia Top: Έκθεση ΓΣΕΕ για ελληνική οικονομία: Δραματική συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Τρίτη 31 Μαΐου 2022

Έκθεση ΓΣΕΕ για ελληνική οικονομία: Δραματική συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων


Με τη φράση «μακάρι ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2022 να φθάσει το 2,5-3%» ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ επιχείρησε να συμπυκνώσει τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης για την οικονομία και την απασχόληση στην Ελλάδα.

Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Γιώργος Αργείτης, παρουσιάζοντας τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης της ΓΣΕΕ επισήμανε τους κινδύνους και τις αβεβαιότητες που προκαλεί για την ελληνική οικονομία η συνεχιζόμενη αστάθεια -και λόγω του πολέμου στην Ουκρανία-, αλλά και τα δομικά και διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, εκφράζοντας αμφιβολίες, τόσο για ορισμένες παραδοχές που γίνονται σχετικά με την πορεία της, αλλά και τις ανάγκες τις, όσο και για τις προβλέψεις σχετικά με την πορεία της μέσα στο τρέχον έτος.

Τεράστια απώλεια αγοραστικής δύναμης
Για παράδειγμα, η έκθεση εκτιμά ότι η συνολική αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 9,7% το 2022 θα περιορίσει μόνο μερικώς την απώλεια της αγοραστικής του δύναμης, την οποία προκαλεί το κύμα ακρίβειας. Τον Απρίλιο του 2022 η απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού ήταν ίση με 18% έναντι 14,7% τον Μάρτιο. Ο μέσος μισθός του ιδιωτικού τομέα είχε απολέσει τον Απρίλιο του 2022 το 9,9% της αγοραστικής του δύναμης, ενώ ο μέσος μισθός μερικής απασχόλησης το 28%. Η επίδραση της ακρίβειας στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών είναι ιδιαίτερα άνιση.

Αντίστοιχα άνιση είναι η αμοιβή των εργαζομένων μερικής απασχόλησης έναντι των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, όπως και των γυναικών έναντι των ανδρών, αν συνυπολογιστούν και οι ώρες εργασίας. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2021 κατά μέσο όρο οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης απασχολούνταν το 76% του χρόνου εργασίας των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, αλλά αμείβονταν μόλις με το 38% της αμοιβής των τελευταίων, ενώ οι γυναίκες εργάζονταν τις ίδιες ώρες με τους άνδρες, αλλά λάμβαναν το 84% της αμοιβής αυτών.

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω από το 2007
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι το 2021 η Ελλάδα ανέκαμψε από το σοκ της πανδημίας, αν και το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπολειπόταν του επιπέδου του 2019 κατά περίπου 1%. Ωστόσο, συνυπολογίζοντας και το κόστος διαβίωσης, η Ελλάδα είχε το δεύτερο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ. Επιπλέον, ήταν το μόνο κράτος-μέλος στο οποίο το συγκεκριμένο μέγεθος βρισκόταν χαμηλότερα του αντίστοιχου επιπέδου του 2007. Το εύρημα αυτό αποκαλύπτει τη δραματική συρρίκνωση του βιοτικού επιπέδου της πλειονότητας των Ελλήνων.

Στο πλαίσιο αυτό, τονίζεται ότι κατά το β’ εξάμηνο του 2021 η κατανάλωση ξεπέρασε οριακά το επίπεδο του αντίστοιχου τριμήνου του 2019. Η εξέλιξή της το προσεχές διάστημα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος και κυρίως από την επίδραση της ακρίβειας στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Επίσης, επισημαίνεται ότι, παρά το γεγονός ότι τα κέρδη των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων αυξήθηκαν σε σχέση με το 2019, η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων δεν ήταν της ίδιας τάξης. Το μέγεθος της μεταβολής και η κλαδική διάρθρωσή τους δεν συνθέτουν ισχυρή ένδειξη μακροοικονομικού και παραγωγικού μετασχηματισμού της οικονομίας.

Χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα
Η ανάκαμψη των τουριστικών εισπράξεων το γ’ τρίμηνο του 2022 θα καθορίσει τις εξαγωγικές επιδόσεις της οικονομίας, καθώς οι εξαγωγές προϊόντων δεν επηρεάστηκαν ιδιαίτερα από την πανδημική κρίση. Αξιοσημείωτη ήταν όμως η αύξηση των εισαγωγών προϊόντων, και ειδικότερα των εισαγωγών ενδιάμεσων προϊόντων, τα οποία μέχρι και τον Ιανουάριο του 2022 κατέγραφαν έλλειμμα μεγαλύτερο από του 2010 αναδεικνύοντας την αδύναμη παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας και τη μεγάλη εισαγωγική της εξάρτηση.

Ταυτόχρονα, υπογραμμίζεται ότι το δ’ τρίμηνο του 2021 η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στην ΕΕ και ότι οι δείκτες διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας καταγράφουν στασιμότητα ή επιδείνωση. Η χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι ένδειξη της ανάγκης για άμεση ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση και αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος, με τρόπο που να περιοριστεί η εισαγωγική εξάρτηση της χώρας και να ενισχυθεί η επάρκεια και η αυτάρκειά της σε βασικά ενδιάμεσα και τελικά αγαθά.

Αναφερόμενος στο ζήτημα της αυτάρκειας και της επάρκειας, ιδίως ενώπιον της συζήτησης για κίνδυνο επισιτιστικής κρίσης, λόγω και του πολέμου στην Ουκρανία, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ επισήμανε συνολικά τον κίνδυνο ασφαλείας, τόσο για την ενέργεια, όσο και για τα τρόφιμα, αλλά και προϊόντα που σχετίζονται με την υγεία και υπογράμμισε εκ νέου την ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, ώστε να μπορεί να ανταπεξέρχεται σε παρόμοιες κρίσεις.

«Εργαλειοποίηση» του κατώτατου μισθού
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, κατηγόρησε διαχρονικά τις κυβερνήσεις για εργαλειοποίηση του κατώτατου μισθού, από τη στιγμή που ο καθορισμός του πέρασε στα χέρια της κυβέρνησης και ξέφυγε από το πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, υπογραμμίζοντας παράλληλα, ότι διαμορφώνονται πλέον συνθήκες υλικής αποστέρησης για τα κατώτερα οικονομικά στρώματα, μετά από μια υπερδεκαετή κρίση, την πανδημία του κορωνοϊού και τώρα τον πληθωρισμό και την ακρίβεια.

Ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας, αφού προειδοποίησε ότι η ανισότητα δεν στηρίζει τη δημοκρατία, τόνισε ότι θα πρέπει να ενισχυθεί και να εφαρμοστεί το εργατικό δίκαιο και τόνισε ότι η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να περάσει στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, υπογραμμίζοντας ότι είναι απαραίτητη η ενίσχυση των θεσμών προστασίας της εργασίας, αλλά και κάνοντας την εκτίμηση ότι ο κατώτατος μισθός ενδέχεται να φθάσει πριν τις εκλογές τα 751 ευρώ το μήνα.


topontiki.gr