Evia Top: Εκτός τραπεζικού συστήματος το 80% των ελληνικών επιχειρήσεων

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Εκτός τραπεζικού συστήματος το 80% των ελληνικών επιχειρήσεων


Η έκρηξη στις χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων που καταγράφηκε το α΄ εξάμηνο του έτους με ρεκόρ νέων δανείων ύψους 4,2 δισ. ευρώ –όσο δηλαδή ήταν η καθαρή πιστωτική επέκταση όλο το 2021– δεν συμβαδίζει με παράλληλη διεύρυνση των αξιόχρεων επιχειρήσεων. Η πλειοψηφία –υπολογίζεται στο 80%– παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος και οι επιχειρήσεις που έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, δεν ξεπερνούν τις 50.000 περίπου.

Αυτές είναι το έπαθλο των τραπεζών στην προσπάθειά τους να αυξήσουν τις χρηματοδοτήσεις και να βγουν στο ξέφωτο της κερδοφορίας και, όπως δηλώνουν στην Κ αρμόδια τραπεζικά στελέχη, ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών για μια θέση στην υγιή επιχειρηματικότητα το τελευταίο εξάμηνο έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και έχει γίνει αδυσώπητος. Δεν είναι τυχαίο ότι σε περιβάλλον ανόδου των επιτοκίων, τα spreads των ελληνικών τραπεζών για νέα δάνεια –και όχι για τα υφιστάμενα υπόλοιπα που αυξάνονται λόγω των κλειδωμένων spreads και της ανόδου του euribor– μειώνονται και παρά την άνοδο στο κόστος χρήματος, οι τράπεζες διαγκωνίζονται για το ποιος θα πάρει τον καλό πελάτη.

Πρόκειται για επιχειρήσεις που εμφανίζουν υγιή στοιχεία και μπορούν να στηρίξουν επιχειρηματικά σχέδια και πρωτοβουλίες και να σταθούν έτσι αξιόπιστα μπροστά στον τραπεζικό γκισέ για να διεκδικήσουν δάνειο. Κάτω από αυτές τις περίπου 50.000 υπάρχουν άλλες 200.000 επιχειρήσεις που λόγω δυσμενών οικονομικών στοιχείων είτε αποφεύγουν να δανειστούν είτε απορρίπτονται από τις τράπεζες στην προσπάθειά τους να διεκδικήσουν τραπεζικό δάνειο.

Η αύξηση των αξιόχρεων επιχειρήσεων είναι κομβικής σημασίας για να επιτύχουν οι τράπεζες τους επιχειρησιακούς στόχους που έχουν θέσει.

Δυστυχώς οι τράπεζες είναι το μοναδικό κανάλι δανεισμού και σε λίγο καιρό με την παρουσία των fintech θα κυνηγάνε τον πελάτη με το ντουφέκι, επεσήμανε με έμφαση ο υφυπουργός Ανάπτυξης Γιάννης Τσακίρης την προηγούμενη εβδομάδα, θέλοντας να τονίσει την ανάγκη διεύρυνσης της δεξαμενής των αξιόχρεων (bankable) επιχειρήσεων. Σε ειδική παρουσίαση του έργου της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων που σχεδιάζει, ο κ. Τσακίρης υπεραμύνθηκε της ανάγκης παρέμβασης της πολιτείας με νέα εργαλεία εκεί που η τραπεζική αγορά αποτυγχάνει (market failure), υπογραμμίζοντας ότι στόχος είναι να αυξήσουμε την περίμετρο των αξιόχρεων επιχειρήσεων από τις 40.000-50.000 που είναι σήμερα στις 80.000 ή τις 100.000. Αν το καταφέρουμε θα έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα στην προσπάθειά μας να ενισχύσουμε την επιχειρηματικότητα, συμπλήρωσε, εντοπίζοντας το πρόβλημα στον κατακερματισμό του ελληνικού επιχειρείν σε πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Η σημασία του να αυξηθεί η δεξαμενή των προς χρηματοδότηση επιχειρήσεων είναι επιτακτική και για τις ίδιες τις τράπεζες στην προσπάθειά τους να επιτύχουν τους επιχειρησιακούς στόχους που έχουν δεσμευθεί έναντι των μετόχων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, όπως διατυπώθηκαν πρόσφατα από τον γενικό διευθυντή Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης Σπύρος Παντελιά, το ενήμερο χαρτοφυλάκιο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα πρέπει να φτάσει τα 160 ή ακόμα και τα 180 δισ. ευρώ από τα 112 δισ. ευρώ όπου βρίσκεται σήμερα, προκειμένου να επιτελέσουν τον ρόλο τους στην ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2009 και πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης τα δάνεια του ιδιωτικού τομέα είχαν φτάσει τα 250 δισ. ευρώ –από τα οποία τα 130 δισ. ευρώ σε επιχειρήσεις έναντι μόλις 68 δισ. ευρώ σήμερα– και παρά το γεγονός ότι υπήρχαν θύλακοι υπερχρέωσης, η ελληνική οικονομία δεν εμφάνιζε υψηλά ποσοστά μόχλευσης όπως άλλες αγορές που κατέρρευσαν την περίοδο εκείνη.

Το πρόβλημα στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας που μετράει 850.000 ΑΦΜ, αλλά που μόλις οι 50.000 θεωρούνται αξιόχρεοι, είναι γνωστό και έχει επισημανθεί πολλές φορές στον δημόσιο διάλογο. Πρόκειται για περίπου 500 μεγάλες επιχειρήσεις με βάση τον κοινοτικό ορισμό, άλλες 4.500 μεσαίες και άλλες 45.000 μικρές. Από εκεί και κάτω υπάρχει το χάος των πολύ μικρών και των ελεύθερων επαγγελματιών με περίπου 1,7 μέσο όρο αριθμού εργαζομένων, που σύμφωνα με τις τράπεζες, έχουν φτωχά οικονομικά στοιχεία και βρίσκονται εκτός τραπεζικού συστήματος, ενώ άλλοι 150.000 ΑΦΜ θεωρούνται ανενεργοί.

Εταιρείες εμφανίζουν μικρότερα μεγέθη για φορολογικούς λόγους
Η ανάλυση των στοιχείων από την πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο της ΕΑΤ Αθηνά Χατζηπέτρου κατά την ίδια παρουσίαση δείχνει ότι ένα βασικό πρόβλημα είναι η κακή οικονομική κατάσταση ενός σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων, κυρίως μέσω της μη εμφάνισης των πραγματικών οικονομικών τους στοιχείων. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το σύνολο των 268.752 νομικών προσώπων που φορολογήθηκαν το 2019 (πριν δηλαδή το ξέσπασμα της COVID-19 που καταρράκωσε την κερδοφορία σε πολλούς κλάδους και άρα είναι αντιπροσωπευτικά),

• Οι 104.755 ήταν ζημιογόνες, δηλαδή το 59%.
• Οι 67.723 είχαν μηδενικό αποτέλεσμα.
• Οι 37.338 ήταν με κέρδη έως 10.000 ευρώ, δηλαδή 14%.
• Οι 58.936 ήταν κερδοφόρες (με κέρδη άνω των 300.000 ευρώ ήταν μόλις 35.000 επιχειρήσεις).

Πολλές ρυθμίσεις δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και γι’ αυτό το δάνειο “ξανασκάει” μέσα σε ένα χρόνο.

Είναι σημαντικό να εκπαιδευτούν οι ελληνικές επιχειρήσεις στη δημοσιοποίηση των οικονομικών τους στοιχείων, επεσήμανε η κ. Χατζηπέτρου, αναδεικνύοντας το βασικό πρόβλημα που είναι η απόκρυψη των πραγματικών τους μεγεθών και η οποία είναι η βασική αιτία που τις κρατά αποκλεισμένες από το τραπεζικό σύστημα. Την άποψη αυτή υιοθετούν και οι τράπεζες, που στις επαφές τους με υποψήφιους πελάτες κατά την προσπάθειά τους να τεκμηριώσουν το αίτημα για δάνειο, ακούν συχνά το επιχείρημα ότι ο πραγματικός τζίρος είναι μεγαλύτερος από αυτόν που εμφανίζουν. Αν και το επιχείρημα αυτό έβρισκε ευήκοα ώτα κατά την προηγούμενη δεκαετία, όταν οι τράπεζες χορηγούσαν δάνεια σε επιχειρήσεις με εικονικά οικονομικά στοιχεία, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι νέοι εποπτικοί κανόνες που θέτει ο SSM απαγορεύουν διά ροπάλου στις τράπεζες τη δανειοδότηση επιχειρήσεων, των οποίων τα οικονομικά στοιχεία δεν στοιχειοθετούν την ικανότητά τους να αποπληρώσουν το δάνειο.

Κακό ιστορικό
Εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα της ύπαρξης δυσμενών οικονομικών στοιχείων, δηλαδή στοιχεία αθετήσεων είτε προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία είτε προς τις τράπεζες και τα οποία καταγράφονται στον Τειρεσία (ακάλυπτες επιταγές, καταγγελίες συμβάσεων, αιτήσεις ρύθμισης κ.ά.). Με βάση τα στοιχεία, περίπου το 60% των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών έχει κόκκινα δάνεια από το παρελθόν και μοιραία το κακό ιστορικό τούς θέτει εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης, ακόμη και αν σε αρκετές περιπτώσεις η αθέτηση είναι αποτέλεσμα ενός τυχαίου γεγονότος και όχι μιας συστηματικής συμπεριφοράς. Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι η παρουσία μιας επιχείρησης ή ενός ελεύθερου επαγγελματία στη λεγόμενη μαύρη λίστα του Τειρεσία δεν αποτελεί από μόνη της ικανό στοιχείο για να απορριφθεί το αίτημα, αλλά η πραγματικότητα τις διαψεύδει σε αρκετές περιπτώσεις, αφού το κριτήριο της αθέτησης μετά την εκτόξευση των κόκκινων δανείων πάνω από τα 100 δισ. ευρώ κατά την προηγούμενη δεκαετή οικονομική κρίση, έχει περάσει βαθιά στο DNA τους και στις αξιολογήσεις των αρμόδιων πιστωτικών επιτροπών, που αποστρέφονται τον κίνδυνο.

Η επανένταξη
Οι τράπεζες αναγνωρίζουν το πρόβλημα και έχοντας πλέον απαλλαγεί οι ίδιες από τα κόκκινα δάνεια του παρελθόντος εγκαλούν τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης να εφαρμόσουν αποτελεσματικές πρακτικές ρύθμισης των οφειλών, προκειμένου κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές να επανενταχθούν στο τραπεζικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου της Εθνικής Τράπεζας την περασμένη εβδομάδα ότι η πρόκληση για την οικονομία στον τομέα αυτόν δεν είναι πλέον πώς διαχειρίζονται τα κόκκινα δάνεια οι τράπεζες, αλλά πώς θα καταφέρουν οι εταιρείες διαχείρισης να εντάξουν και πάλι στην πραγματική οικονομία τα σχεδόν 50 δισ. ευρώ στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζονται. Πολλές φορές οι ρυθμίσεις που βλέπουμε δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και γι’ αυτό το δάνειο “ξανασκάει” μέσα σε ένα χρόνο, δηλώνει στην Κ αρμόδιο τραπεζικό στέλεχος, ενώ δεν είναι λίγα τα παραδείγματα ακόμη και μεγάλων γνωστών επιχειρήσεων που, παρά το γεγονός ότι ρύθμισαν τις οφειλές τους, αδυνατούν να βρουν ρευστότητα από το τραπεζικό σύστημα για κεφάλαια κίνησης, με αποτέλεσμα να καταδικάζονται σε συρρίκνωση.