Evia Top: Μετά την ακρίβεια αυξάνονται και οι δόσεις των στεγαστικών

ΚΤΕΟ ΒΑΡΔΑΚΩΣΤΑΣ

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Μετά την ακρίβεια αυξάνονται και οι δόσεις των στεγαστικών


Φουσκώνει συνεχώς ο λογαριασμός του φετινού χειμώνα, καθώς μετά την αύξηση του φυσικού αερίου, του ηλεκτρικού ρεύματος, των τροφίμων, των καυσίμων κίνησης και του πετρελαίου θέρμανσης, έρχεται να προστεθεί στα… βαρίδια και η αύξηση του κόστους χρήματος. Είναι εκατοντάδες χιλιάδες τα νοικοκυριά που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα μια αυξημένη δόση στεγαστικού δανείου, ακριβότερο ηλεκτρικό ρεύμα, μεγαλύτερο κόστος μετακίνησης, διατροφής και θέρμανσης. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια θα είναι η διάρκεια αυτής της πολλαπλής επίθεσης στον οικογενειακό προϋπολογισμό και σε τι ποσοστό θα συμβάλουν τα μέτρα στήριξης που δρομολογεί προς νομοθέτηση η κυβέρνηση.

Προσπαθώντας να καταρτίσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό για τους επόμενους εξαιρετικά κρίσιμους μήνες –κάτι εκ των προτέρων πολύ δύσκολο λόγω του εξαιρετικά ευμετάβλητου περιβάλλοντος–, το νοικοκυριό θα πρέπει να λάβει υπόψη του σειρά παραγόντων. Ειδικά τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα, που είναι και πιο ευάλωτα ειδικά στις ανατιμήσεις τροφίμων, καυσίμων και ηλεκτρισμού, θα παρακολουθούν με ιδιαίτερη αγωνία τις εξελίξεις στα διάφορα… μέτωπα, τα οποία αυτή τη στιγμή έχουν ως εξής:

1. Θέρμανση: Το τελικό κόστος θα προκύψει με βάση το καύσιμο που θα χρησιμοποιήσει το κάθε νοικοκυριό. Τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή, αλλά προς το παρόν είναι τα εξής: Το πετρέλαιο θέρμανσης, με βάση τα σημερινά επίπεδα της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, θα ξεκινήσει να πωλείται προς 1,60-1,65 ευρώ το λίτρο. Πέρυσι η σεζόν είχε ξεκινήσει με το πετρέλαιο θέρμανσης στο 1,15 ευρώ. Αρα, για κάθε λίτρο που καταναλώνει το νοικοκυριό θα υφίσταται επιβάρυνση της τάξεως των 50 λεπτών. Στα 1.000 λίτρα η επιβάρυνση φτάνει στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 500 ευρώ και στα 2.000 λίτρα στα 1.000 ευρώ. Η επιδοματική πολιτική θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο να υπολογιστεί το τελικό κόστος ειδικά για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, που είναι και δικαιούχοι του επιδόματος. Για τη θέρμανση με ηλεκτρικό ρεύμα, η… κοστολόγηση θα μπορεί να γίνει αφού ανακοινωθούν οι κλίμακες υπολογισμού των επιδοτήσεων που προετοιμάζει η κυβέρνηση. Το ρεύμα είναι σίγουρο ότι θα κοστίζει ακριβότερα σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, ωστόσο για πολλά νοικοκυριά με αυξημένες καταναλώσεις –άνω των 300 κιλοβατωρών ανά μήνα– δεν είναι δεδομένο ότι θα είναι ακριβότερο σε σχέση με πέρυσι. Θα υπάρξουν νοικοκυριά που θα επιβαρυνθούν λιγότερο συγκριτικά με πέρυσι. Στο διάστημα από τον Οκτώβριο του 2021 μέχρι τον Μάιο του 2022 υπήρχε πλαφόν στην επιδότηση και τα νοικοκυριά που στράφηκαν στο ρεύμα για να θερμανθούν κατέβαλαν μεγάλα ποσά λόγω της ρήτρας αναπροσαρμογής. Φέτος θα υπάρχει η κλιμακωτή επιδότηση και το κίνητρο εξοικονόμησης, αλλά τίποτα δεν μπορεί να κοστολογηθεί προς το παρόν αν δεν γνωρίζουμε και τις λεπτομέρειες της επιδοματικής πολιτικής καθώς και το πού θα κλείνει κάθε μήνα η τιμή λιανικής του ηλεκτρικού ρεύματος. Στο φυσικό αέριο και αν υπάρχει η απόλυτη αβεβαιότητα: Σε επίπεδο ονομαστικών τιμών, το φυσικό αέριο είναι αυτή τη στιγμή έως και πέντε φορές ακριβότερο σε σχέση με πέρυσι. Γι’ αυτόν τον λόγο, το πού θα διαμορφωθεί η διεθνής τιμή αλλά και το τι θα γίνει με τις κοινές αποφάσεις της Ευρώπης μέχρι το τέλος του μηνός είναι καθοριστικά στοιχεία.

Ενα νοικοκυριό με εισόδημα 1.100 ευρώ, που μέχρι πέρυσι ξόδευε γύρω στα 220 ευρώ για είδη διατροφής, τώρα θα χρειαστεί να δαπανά κοντά στα 250 ευρώ.

2. Διατροφή: Ο πληθωρισμός στον χώρο των τροφίμων τρέχει αυτή τη στιγμή με ποσοστό 13%. Είναι δε πολύ πιθανό τον Σεπτέμβριο το ποσοστό να αυξηθεί ακόμη περισσότερο αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για μεγάλες ανατιμήσεις ειδικά προς το τέλος του μηνός. Αν κάνουμε μια αναγωγή με βάση την έρευνα οικογενειακού προϋπολογισμού, θα διαπιστώσουμε ότι το νοικοκυριό με εισόδημα 1.100 ευρώ, που μέχρι πέρυσι ξόδευε γύρω στα 220 ευρώ για είδη διατροφής, τώρα θα χρειαστεί να δαπανά κοντά στα 250 ευρώ. Εκεί δηλαδή που πέρυσι δαπανούσε το 20% του εισοδήματός του, τώρα θα δαπανά το 22% τουλάχιστον. Μάλιστα, οι μέσοι όροι κρύβουν την αλήθεια για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά. Διότι το πραγματικό ποσοστό του εισοδήματος του κάθε νοικοκυριού που διατίθεται για τρόφιμα εξαρτάται από τις ανάγκες του καθενός. Δεδομένου επομένως ότι υπάρχουν κατηγορίες τροφίμων (π.χ. γαλακτοκομικά, ψωμί κ.λπ.) όπου η ακρίβεια τρέχει ήδη με 18%-25%, θα είναι εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί που θα εκτιμήσουν ότι είναι πολύ μικρό το ποσοστό 13% ως συνολικό ποσοστό ανατιμήσεων για τα είδη διατροφής. Τι πρέπει να αλλάξει για να περιοριστεί αυτό το μέτωπο; Να αυξηθεί το εισόδημα (π.χ. αύξηση κατώτατου μισθού) ή να δοθεί έκτακτη οικονομική ενίσχυση που να καλύπτει έστω ένα μέρος της ζημίας για τα φτωχότερα νοικοκυριά.

3. Μετακινήσεις: Για όσους χρησιμοποιούν αμόλυβδη ή πετρέλαιο κίνησης, το κόστος των μετακινήσεων είναι αυτή τη στιγμή –με την αμόλυβδη κοντά στα 2 ευρώ πανελλαδικά και το πετρέλαιο κίνησης λίγο χαμηλότερα λόγω των κρατικών επιδοτήσεων– ακριβότερο κατά περίπου 35%-40% σε σχέση με πέρυσι. Περίπου 30 λεπτά η επιβάρυνση σε σχέση με πέρυσι, περίπου 30 ευρώ το πρόσθετο μηνιαίο κόστος για όποιον καταναλώνει περίπου 100 λίτρα ανά μήνα.

Είναι οι τρεις βασικές κατηγορίες που αυξάνουν τα έξοδα μιας οικογένειας, αλλά δεν είναι και οι μοναδικές. Πλέον, το πληθωριστικό κύμα έχει αγγίξει κάθε προϊόν και υπηρεσία, οπότε οι απώλειες στο οικογενειακό εισόδημα είναι σαφώς μεγαλύτερες από το άθροισμα του κόστους για μετακινήσεις, θέρμανση, ηλεκτροδότηση και διατροφή. Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται όχι μόνο στο αν θα συγκρατηθούν οι τιμές, ειδικά αυτές του φυσικού αερίου, αλλά και στο ποιες κινήσεις θα γίνουν στην κατεύθυνση της αύξησης του οικογενειακού εισοδήματος.

Μεγάλη πίεση από την άνοδο των επιτοκίων
Εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά έχουν να αντιμετωπίσουν και το αυξημένο κόστος από τη δόση του δανείου τους. Παλαιοί δανειολήπτες με δανειακές συμβάσεις που έχουν συναφθεί τη χρυσή περίοδο της κτηματαγοράς –2004 έως 2008– είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα εκτεθειμένοι στα κυμαινόμενα επιτόκια τα οποία για 13 χρόνια αποδείχθηκαν σωτήρια. Είναι δάνεια με μικρό περιθώριο κέρδους των τραπεζών (της τάξεως του 1%-1,5%) τα οποία αποδεικνύονταν εξαιρετικά χαμηλότοκα λόγω του μηδενικού επιτοκίου της ΕΚΤ. Με το πέρασμα των χρόνων βέβαια και την απώλεια εισοδήματος κατά τη μνημονιακή περίοδο, πολλά από αυτά τα δάνεια ρυθμίστηκαν, η διάρκεια αποπληρωμής τους επιμηκύνθηκε ή το χρέος παρέμεινε υψηλό λόγω των περιόδων χάριτος. Τώρα λοιπόν που πολλά από αυτά τα δάνεια έχουν μεγάλα υπόλοιπα και μεγάλη υπολειπόμενη διάρκεια, η αύξηση του επιτοκίου θα πονέσει και μάλιστα περισσότερο από ό,τι οι αυξήσεις σε άλλα μέτωπα, όπως στα καύσιμα. Η μηνιαία αύξηση της δόσης μπορεί να φθάσει και τα 100 ευρώ ή και να τα ξεπεράσει, καθώς αυτή τη στιγμή το επιτόκιο έχει ήδη αυξηθεί κατά 1,25% από τις δύο πρώτες δόσεις, ενώ έχει προαναγγελθεί και η 3η αύξηση, που μπορεί να φέρει το βασικό επιτόκιο κοντά στο 2%. Αύξηση δύο ποσοστιαίων μονάδων σε ένα δάνειο 100.000 ευρώ σημαίνει πολύ απλά επιβάρυνση της τάξεως των 200 ευρώ ανά μήνα. Το ποσό είναι μεγάλο και μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με αύξηση της διάρκειας αποπληρωμής του δανείου (κάτι που καθιστά την τελική εξυπηρέτηση του δανείου ακόμη ακριβότερη, αλλά τουλάχιστον μειώνεται η μηνιαία δόση) ή με πρόωρες αποπληρωμές χρέους οι οποίες όμως αφορούν μόνο τα νοικοκυριά που διαθέτουν ρευστότητα.



kathimerini.gr